«Το χάσμα που άνοιξε ο πόλεμος ευθύς εγιόμισ’ άνθη»: Όταν οι άνθρωποι στο Μουζάκι Ζακύνθου το 1944 νίκησαν τον πόλεμο! // Η Αθηνά Κούτση, σύζυγος διοικητή του ΕΛΑΣ, και η σωτηρία του Γερμανού αιχμαλώτου Ερνέστου Φάιστερ (Ernst Feister)* // του Διονυσίου Π. Πομόνη


(*) Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ιονικά», τεύχος 5

Το χάσμα που άνοιξε ο πόλεμος, ευθύς εγιόμισε άνθη!

Η ιστορία του γερμανού στρατιώτη Ερνέστου Φάιστερ είναι μια από τις αναρίθμητες φοβερές ιστορίες που εξελίχθηκαν πάνω στο χάσμα που άνοιξε ο πόλεμος και χώρισε τους ανθρώπους σε κατακτητές και κατακτημένους, σε θύτες και θύματα. Είναι μια ιστορία με αίσιο τέλος, μια ιστορία που δεν περιέχει αίμα, από τα ποτάμια αίμα που χύθηκαν και τις φρικτές τραγωδίες που προκλήθηκαν στη διάρκεια του 2ο παγκοσμίου πολέμου. Όμως αν κάτι εδώ ξεχωρίζει, εντυπωσιάζει και προκαλεί το θαυμασμό και την απορία είναι οι «γέφυρες»! Εξηγούμαι:

 Πως διανύθηκε η απόσταση, πως αναδύθηκε ο Άνθρωπος μέσα σε αυτές τις συνθήκες, πως γεφυρώθηκε το χάσμα που χώρισε τις δύο πλευρές ο πόλεμος;

Η πρώτη γέφυρα θεμελιώθηκε σε μια δασωμένη χαράδρα του Βραχιώνα, όπου υψώθηκε το χέρι της Αθηνάς και σταμάτησε τη σφαίρα που όδευε στο στήθος του Ερνέστου και ολοκληρώθηκε στο χωριό Μουζάκι, στη διάρκεια των δυο επόμενων μηνών. Ο Ερνέστος φιλοξενείται, τρέφεται, προστατεύεται και ενσωματώνεται στην οικογένεια Κούτση. Όχι μόνο συμμετέχει στη ζωή της οικογένειας, αλλά αναπτύσσει γνωριμίες και σχέσεις με πολλά άλλα άτομα του χωριού! Στη Ζάκυνθο (και στο Μουζάκι) η γερμανική αποχώρηση που ολοκληρώθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου, άφησε πίσω της νεκρούς και ερείπια. Οι εξορμήσεις των τελευταίων ημερών των Γερμανών στα χωριά και οι συγκρούσεις με τον ΕΛΑΣ αφήνουν 2 νεκρούς στη Λιθακιά, καταστρεμμένα σπίτια στο Καταστάρι, 2 νεκρούς στην Εξωχώρα, 1 νεκρό στη μάχη στο Γαϊτάνι, 2 πτώματα να αιωρούνται κρεμασμένα για ώρες στη Χώρα και πολλά άλλα ακόμα. Το χωριό είναι στο σύνολό του οργανωμένο στο ΕΑΜ, άνθρωποι του είναι στις ανταρτομάδες του ΕΛΑΣ στο βουνό, όπου η οικογένεια Κούτση πρωταγωνιστεί, με τον πατέρα πρόεδρο της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ και τα δυο από τα παιδιά δραστήρια στελέχη της ΕΠΟΝ. Τη ίδια περίοδο η Ζάκυνθος  λιμοκτονεί, η επιβίωση είναι το μέγα πρόβλημα, πολλοί την εξασφαλίζουν μόνο χάρη στη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού και ταυτόχρονα σπαράσσεται από  βιαιοπραγίες,  ληστείες και  εμφύλιες συγκρούσεις. Ο Ερνέστος Φάϊστερ είναι στρατιώτης της Βέρμαχτ, βρίσκεται στο νησί ως κατακτητής, συλλαμβάνεται από τους αντάρτες ως εχθρός, ως επικίνδυνος εχθρός! Ανήκει στους «απέναντι», είναι στρατιώτης του 3ου Ράιχ που ήρθε να επιβάλλει στη Ζάκυνθο τη ναζιστική κυριαρχία. Πως στηθήκαν λοιπόν οι γέφυρες, πως διανύθηκε η απόσταση, πως προέκυψε η προστασία του, πως εκδηλώθηκε τέτοια φιλοξενία στο σπίτι του αρχηγού των ανταρτών και η αποδοχή του σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς να ομιλείται η ίδια γλώσσα, ώστε για χρόνια αργότερα να αποκαλεί τη Ζάκυνθο και κυρίως το Μουζάκι «δεύτερη πατρίδα του»; Στην οποία μετά την αιχμαλωσία επιθυμεί να επιστρέψει, «η οποία είναι η δική μου πατρίδα», για να μείνει για πάντα!

 Η δεύτερη γέφυρα στήνεται από δυο γυναίκες, δύο πολύτεκνες μάνες, στα δύο άκρα της Ευρώπης, η μια στο Αμβούργο και η άλλη στην Αθήνα. Οι άνδρες τους φαίνεται ότι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να συμμετέχουν! Η «γέφυρα» λειτουργεί, για πάνω από δύο δεκαετίες και δεν γκρεμίζεται παρά με το θάνατο της Αυγούστα. Μπορεί το «υλικό», η αιτία αυτής της γνωριμίας χωρίς συνάντηση, να υπήρξε ο Ερνέστος και η περιπέτειά του, αλλά πιστεύω ότι ο βαθύτερος σκοπός, ο ασύνειδος στόχος, η κοινή επιδίωξη, υπήρξε η υπέρβαση του πολέμου και των συνεπειών του! Όπως προανέφερα πουθενά στην εικοσαετή αλληλογραφία δεν αναφέρεται ο πόλεμος, ούτε οι συνέπειές του, αυτό το «απόλυτο κακό», που προκάλεσε εκατομμύρια νεκρούς και που συνέθλιψε τις ζωές των ανθρώπων! Εξαίρονται οι μικρές και μεγάλες στιγμές των δύο οικογενειών, τα προβλήματα της καθημερινότητας, της υγείας, της δουλειάς, οι γιορτές, οι διακοπές, οι χαρές και λύπες της κάθε οικογένειας, δηλαδή τα έργα της ειρήνης! Είναι φανερό ότι θέλουν, αν όχι να ξεχάσουν να υπερβούν, να δούνε το μέλλον πέρα από τα ερείπια του πολέμου, να μιλήσουν μόνο για τη ανάπτυξη και τη προκοπή των οικογενειών τους. Σε αυτή τη στάση έρχεται όπως είναι φυσικό πρώτη η Αυγούστα. Ανήκει στη πλευρά του θύτη, είναι η ευγνωμονούσα, αλλά αισθάνομαι ότι συναινεί με τη στάση της και η Αθηνά και ας ανήκει στη πλευρά του θύματος.

Το αρχείο Κούτση δεν περιλαμβάνει καμιά επιστολή του Ερνέστου μετά τον επαναπατρισμό του στη Γερμανία! Ο πολυγραφότατος και διαχυτικός Ερνέστος σιωπά, δεν απευθύνεται πλέον στους «μαμά» και «μπαμπά». Ούτε ενδίδει στις παραινέσεις της μητέρας του για συνέχιση της επικοινωνίας με την οικογένεια της σωτηρίας του. Αρκείται να διαβιβάζει χαιρετισμούς και φωτογραφίες του μέσω αυτής! Μου είναι δύσκολο να αποδεχτώ ως ερμηνεία της στάσης του την αχαριστία, μετά την επάνοδο στο ασφαλές περιβάλλον της πατρίδας του. Η προηγούμενη τριετής επιστολογραφία, η χρήση υπερθετικού βαθμού στη διατύπωση των αισθημάτων του, η εκδήλωση υψηλού ενδιαφέροντος για την οικογένεια Κούτση, όπως και η συμπεριφορά της μητέρας του, η οποία ενημερώθηκε για κάθε λεπτομέρεια τη περιπέτειάς του, με κάνει να πιστεύω ότι άλλη υπήρξε η αιτία της σιωπής του.

Ο Ερνέστος επέστρεψε μετά από 6 χρόνια πολέμου και αιχμαλωσίας, σε μια ένοχη, ηττημένη, κατεστραμμένη και διαμελισμένη χώρα. Βρήκε διαλυμένη τη στενή του οικογένεια, χαμένο το μοναχογιό του [ έκανε 27 χρόνια να τον βρει], είχε επισφαλή υγεία, αποτυχία στη σχέση του με τη νέα σύζυγο και δυσκολίες στην αναζήτηση εργασίας. Πιθανόν εξετάζοντας τα γεγονότα, μαθαίνοντας για τα εγκλήματα των γερμανικών στρατευμάτων, συγκρίνοντας τις συμπεριφορές τους με τη δικιά του μεταχείριση στην Ελλάδα να μη μπόρεσε να βρει απάντηση, να βρει ισορροπία. Εκτιμώ ότι δεν μπορούσε να αγγίξει και να διαχειριστεί το τραύμα του. Υπήρξε και αυτός ένα από τα αφανή «θύματα πολέμου»! Εικάζω ότι η αδυναμία διαχείρισης του τραύματος του τον οδήγησε σε άρνηση επικοινωνίας με τους σωτήρες- ευεργέτες του. Την οικογενειακή οφειλή, ανέλαβε εκ μέρους όλης της οικογένειας Φάϊστερ να εκτελέσει η Αυγούστα.

Είναι γνωστό ότι και στη Ζάκυνθο, τη φοβερή δεκαετία 1940-50 δεν έλειψαν οι πράξεις βίας, οι εκτελέσεις, η εμφύλια διαμάχη. Ωστόσο υπάρχουν δυο σημαντικά γεγονότα, για τα οποία η Ζάκυνθος δικαιούται να είναι υπερήφανη. Το πρώτο είναι η σωτηρία της Εβραϊκής Κοινότητας το 1943, μοναδικό γεγονός στη Ευρώπη (μια ακόμα στην Ολλανδία σώθηκε) και το δεύτερο η σύναψη συμφώνου αποφυγής του εμφυλίου πολέμου μεταξύ όλων των πολιτικών δυνάμεων το Νοέμβριο του 1947. Αν αποδώσουμε τη σωτηρία του στρατιώτη της Βέρμαχ Ερνέστου Φάϊστερ από την εκτέλεση στη μεγαλοψυχία της Αθηνάς Κούτση, η οποία θα είδε στη μορφή του «μεγαλόσωμου Γερμανού με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια» ένα από τα παιδιά της, η φιλοξενία και η αποδοχή, η προστασία, η οποία του προσφέρθηκε από όλο χωριό Μουζάκι, θα πρέπει να αποδοθεί στις υψηλότερες αρετές του ζακυνθινού λαού!

Η  ΙΣΤΟΡΙΑ  ΕΝΟΣ  ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ

Ο στρατιώτης της Βέρμαχτ Ερνέστος Φάϊστερ (Ernest Feister) αιχμάλωτος στο Μουζάκι  Ζακύνθου  

  1. Η Ζάκυνθος σε Γερμανική κατοχή

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1944 τερματίστηκε η γερμανική κατοχή της Ζακύνθου, η οποία άρχισε ακριβώς ένα χρόνο πριν. Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1943, οι προηγούμενοι κυρίαρχοι οι Ιταλοί, κάτω από την απειλή πολεμικής σύρραξης, την παρέδωσαν στους πρώην συμμάχους τους Γερμανούς και ακολούθησαν το δρόμο της αιχμαλωσίας. Οι γερμανικές δυνάμεις εγκαταστάθηκαν στην πόλη και αναπτύχθηκαν  στην ύπαιθρο σε καίρια σημεία άμυνας, με τέτοια διάταξη ώστε να αποκρουστεί πιθανή συμμαχική απόβαση, η οποία ως γνωστόν δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Η απόκρουση της αποτέλεσε το κύριο αμυντικό δόγμα της γερμανικής φρουράς του νησιού, όπως και η καλλιέργεια της αναμονής της και η διατήρηση της απειλής της, επίσης μέλημα του Γενικού Συμμαχικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής.

 Η γερμανική δύναμη κατοχής του νησιού, η οποία απαριθμούσε γύρω στους 1500 άνδρες, συμπεριελάμβανε και το 7ο τάγμα “οχυρών πεζικού”, ένα από τα 17 τάγματα τα γνωστά ως «999», που έλαβαν μέρος στην κατοχή της χώρας μας. Τα «999 τάγματα» της Βέρμαχτ ήταν τάγματα γερμανών ανεπιθύμητων. Αποτελούνταν από πολιτικούς και ποινικούς κρατούμενους. Ήταν πρώην κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, δημοκράτες, αντιφασίστες, αγωνιστές κατά του πολέμου, συνδικαλιστές, αντιρρησίες συνείδησης, μέλη αριστερών οργανώσεων, καθώς και  κατάδικοι του κοινού ποινικού δικαίου.  Έχοντας συγκροτηθεί στα 1941 με εγκύκλιο του ναζιστικού Υπουργείου Εσωτερικών, τα τάγματα αυτά επανδρώθηκαν από τους «ανάξιους να υπηρετήσουν» (Wehrunwürdige), υπό τη διοίκηση φανατικών  ναζί  αξιωματικών. Η νέα μονάδα ονομάστηκε «Μεραρχία Αναστολής» ή αλλιώς «Πειθαρχική Μεραρχία 999» (Strafdivision 999) και διατήρησε από την αρχή ως το τέλος το χαρακτήρα ενός τεράστιου σχηματισμού επιτήρησης και αναμόρφωσης. Ακόμα και ο αριθμός 999 – ο τελευταίος στη σειρά αριθμός που επιτρεπόταν να λάβει μια μονάδα πεζικού – επιλέχθηκε για να υποδηλώσει την απόσταση που χώριζε τη Μεραρχία από τις υπόλοιπες μονάδες της Βέρμαχτ.

 Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν 17 τέτοια τάγματα, τα περισσότερα στάλθηκαν σε νησιά, τη Λήμνο, τη Λέρο, την Κω, τη Σάμο, την Κάρπαθο, τη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά, την Κέρκυρα κ.α. Το 1943 μερικά Τάγματα 999 μεταφέρθηκαν στην Πελοπόννησο και ένα από αυτά  εγκαταστάθηκε στην Αμαλιάδα, προβάλλοντας σημαντική αντιχιτλερική δράση και αντίσταση.

Οι περισσότεροι Γερμανοί στρατιώτες στην Κατοχή που αυτομόλησαν  στο ΕΑΜ και εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ ανήκαν στα Τάγματα 999, και ήταν γνωστοί ως «οι στρατιώτες με την γαλάζια ταυτότητα». Δεν είναι ευρύτερα γνωστό το γεγονός, ότι η Ελλάδα είναι το μοναδικό ίσως μέρος από όλα τα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου Γερμανοί στρατιώτες επιχείρησαν να στρέψουν τα όπλα εναντίον των συμπατριωτών τους. Παρότι οι Γερμανοί στρατιώτες που υπηρετούν σε αυτά φαίνονται ευνοημένοι, βρίσκονται μακριά από τα μέτωπα του πολέμου, κυρίως από το σφαγείο του Ανατολικού μετώπου, η μεταχείριση τους οφείλεται σε έλλειψη εμπιστοσύνης. Βέβαια η τύχη τους σε ενδεχόμενη συμμαχική απόβαση ως προφυλακή, ήταν προδιαγραμμένη. Η ύπαρξη αυτού του τάγματος στη Ζάκυνθο έχει ιδιαίτερη σημασία και σίγουρα έπαιξε ρόλο σε γεγονότα που ακολούθησαν.

Εικόνα 1. Γερμανοί στρατιώτες του 7ου τάγματος. Αρχείο Λευτέρη Ταταρίδη

  • Η γερμανική φρουρά τους τελευταίους μήνες της κατοχής

Το καλοκαίρι του 1944 το ηθικό και το φρόνημα των γερμανών στρατιωτών   στη Ζάκυνθο είχε καταπέσει, η γερμανική φρουρά είχε  αποσαρθρωθεί. Είχε ήδη γίνει γνωστή η επιτυχημένη απόβαση στη Νορμανδία [6 Ιουνίου 1944], η γερμανική υποχώρηση στο Ανατολικό μέτωπο, όπως και αποτυχημένη απόπειρα εναντίον του Χίτλερ [20 Ιουλίου του 1944]. Ο πόλεμος είχε πλέον κριθεί, και αυτό το ήξεραν όλοι, παρά τις προσπάθειες της γερμανικής διοίκησης να το αποκρύψει με την αδιάκοπη κατασκευή οχυρωματικών έργων και τη λήψη διοικητικών μέτρων.

 Στο μοναστήρι της Υπεραγάθου έχει εγκατασταθεί η Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή (ΣΣΑ), που λαμβάνει δελτία από τους πληροφοριοδότες της, κυρίως Ιταλούς που συμμετέχουν στο στράτευμα ως βοηθητικό προσωπικό, στα οποία καταγράφεται η διαλυτική κατάσταση της φρουράς. Παρατηρούνται φαινόμενα χαλάρωσης, απειθαρχίας, ανυπακοής, εκδήλωσης αντιναζιστικών αισθημάτων, συνεργασίας με τις δυνάμεις της αντίστασης, λιποταξίες, ακόμα και εξεγέρσεις. Κυριαρχεί η ηττοπάθεια και η αβεβαιότητα για την τύχη τους. Αποτέλεσμα αυτού του κλίματος, ήταν η αδυναμία εξουδετέρωσης των αντιστασιακών ομάδων, παρά τις επανειλημμένες εξορμήσεις στα ορεινά χωριά, των λιποταξιών και των αυτομολήσεων. Αυτό το κλίμα, που επηρέασε ειδικά στους «999άρρηδες», επέτρεψε στο ΕΑΜ – ΕΛΑΣ να δεχθεί ή και να αιχμαλωτίσει ένα όχι ευκαταφρόνητο αριθμό στρατιωτών.

  •  Αιχμάλωτοι και αυτόμολοι

Η αυτομόληση στον εχθρό, είτε η προσχώρηση στο αντιστασιακό κίνημα της κατεχόμενης από τους γερμανούς χώρας συνιστούσε τη «ριζικότερη μορφή ρήξης με τη Βέρμαχτ», μια πράξη βέβαια που οδηγούσε σε περίπτωση σύλληψης του λιποτάκτη στρατιώτη σε θανατική καταδίκη. Ωστόσο, η σκληρή τιμωρία δεν απέτρεψε αρκετές δεκάδες γερμανών στρατιωτών να προχωρήσουν στην επικίνδυνη αυτή πράξη, ερχόμενοι μάλιστα πολλές φορές σε σύγκρουση με τους ανωτέρους τους ή τους νομιμόφρονες στρατιώτες.

Ο αστυνομικός Νικόλαος Πομόνης ή Κρεμμύδης είχε μια τέτοια εμπειρία. Σε γραπτή μαρτυρία του καταθέτει πως διευκόλυνε ένα Γερμανό αυτόμολο να έλθει σε επαφή με το ΕΑΜ στο χωριό Τραγάκι.

«Στη Ζάκυνθον την ……. αντίσταση στην Ιταλογερμανικήν κατοχήν, την οργάνωσε μηχανισμός του κομμουνιστικού κόμματος, …….. του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (Ε.Α.Μ) και εκείνου της Ενιαίας Πανελλαδικής Οργάνωσης Νέων (Ε.Π.Ο.Ν.). Οι δυο οργανώσεις έτυχαν διακεκριμένης ανάπτυξης στο Μουζάκι, στο Άνω Γερακαρίο (Μπούρα) και στο Τραγάκι. Ιδίως στο Τραγάκι λόγο της γεωγραφικής ημιορεινής του θέσεως. Η ιδιαίτερη [ανάπτυξη] του Ε.Α.Μ. στο χωριό μας, πρέπει να ήτο γνωστή ……..   επειδή ο Γερμανός Αξ/κός, που αυτομόλησε, επέλεξε να παραδοθεί στο χωριό μας και είναι εκείνος, που με συνάντησε στου «Τσέκρη» και με παρακάλεσε να τον οδηγήσω στο Ε.Α.Μ., οπότε τον παρέδωσα στην αρχή του Ε.Α.Μ του χωριού Νικόλαο Πομόνη- Βόζα ».

Χαρακτηριστική του κλίματος ηττοπάθειας και απόγνωσης που κυριαρχούσε στη γερμανική φρουρά τις ημέρες της αναχώρησης της είναι η περίπτωση αιχμαλωσίας ενός γερμανού στρατιώτη από το στέλεχος του ΕΑΜ Θεόδωρο Ασκούνη. 

«Την τελευταία μέρα που θα έφευγαν οι Γερμανοί ο Θόδωρος Ασκούνης, γραμματέας νομίζω της Επιτροπής Πόλης του ΕΑΜ, μαζί με μια ομάδα έφεδρο – ελασιτών παρακολουθούσαν από τις παρυφές της Μπόχαλης ένα γερμανό φαντάρο να κάθεται στο πεζούλι του «Κολαΐτη» [οδός Φιλικών]. Φαινόταν αμήχανος και με πεσμένο το ηθικό.

Άνοιξε η όρεξη του Ασκούνη.

-Θα τον πιάσω!

-Όχι θα σε σκοτώσει!

-Θα τον πιάσω!

Ο Ασκούνης, με εξαρθρωμένο το ένα πόδι από τη μπάλα από τα νεανικά του χρόνια, κούτσα- κούτσα και κάνοντας το κακόμοιρο, ζύγωσε τον Γερμανό και ξαφνικά του έβαλε το πιστόλι στο κεφάλι. Τον έβαλε μπροστά και χωρίς να αντιδράσει ανέβηκαν την πλαγιά και τον παρέδωσε  στον  ΕΛΑΣ. Είχαμε έναν αιχμάλωτο  περισσότερο!»

Ένα ακόμα περιστατικό για τη συμπεριφορά μιας ομάδας υπεροπλισμένων Γερμανών καταθέτει, στις ανέκδοτες χειρόγραφες σημειώσεις του ο Χρίστος Βισβάρδης – Μουριές, ο οποίος έλαβε μέρος, με την ομάδα του «όλοι σε μικρή ηλικία», στις συμπλοκές του ΕΛΑΣ με τα αποχωρούντα τμήματα της γερμανικής φρουράς στην περιοχή του Μουζακίου: «Οι Γερμανοί εμαζευότανε στην πόλη, αλλά ερχότανε ομάδες-ομάδες από Λαγανά, Αϊ Σώστη και από άλλες περιοχές, Καταστάρι κ.α. Του Λαγανά οι Γερμανοί [αυτοί που είχαν στρατόπεδο στο Λαγανά] πιαστήκανε [συνελήφθησαν] δύο και ένας πιάστηκε στη μηχανή του Παπασπύρου. Ήταν 5-6 Γερμανοί και το αυτοκίνητο. Ήμουν εγώ με ένα ντουφέκι μονό του 1916 (όπλο του Α παγκοσμίου πολέμου, μονόβολο!). Ήταν ο Μίμης ο Λογαράς, ήτανε ο Παναγιώτης (Πώπος) Βισβάρδης- Μουργιές, ο Νίκος ο Ντουδέσκος, όλοι σε μικρή ηλικία. Οι Γερμανοί όταν τους επιτεθήκαμε σήκωσαν τα χέρια ψηλά και παραδίνονταν. [Στο αυτοκίνητο υπήρχαν] 2 οπλοπολυβόλα και ιματισμός. Όταν φτάσαμε στου Σολωμού [πλατεία Σολωμού] έμεινε [στάθμευσε] το αυτοκίνητο. Εγώ επήρα ένα ποδήλατο και ένα ζευγάρι αρβύλες και έφυγα. Τους Γερμανούς τους παρέλαβε η οργάνωση».

Οι περιπτώσεις που αναφέρθηκαν είναι από «τους 13 Γερμανούς αιχμαλώτους του ΕΛΑΣ και 75 περίπου λιποτάκτες αμφοτέρων των εθνικοτήτων», που παρέμειναν στο νησί μετά τη γερμανική αποχώρηση και παραδόθηκαν στα χέρια των συμμάχων.

  • Ο ΕΛΑΣ στη Ζάκυνθο και ο ταγματάρχης Νικόλαος Κούτσης

Αντιστασιακές οργανώσεις εμφανίστηκαν από τον πρώτο καιρό της κατοχής στη Ζάκυνθο. Με πρώτη την οργάνωση του Εθνικού Στρατιωτικού Συνδέσμου (ΕΣΣ) μόλις τον Ιούνιο του 1941. Το ΕΑΜ συνέστησε την πρώτη ανταρτομάδα του στις αρχές του 1944, μετά την επιστροφή του Διονυσίου Μυλωνά ή Μόττα από την Αθήνα, όπου ορίστηκε ως υπεύθυνος του ΚΚΕ. Έως τότε επικρατούσε η άποψη ότι ο περιορισμένος ορεινός όγκος του νησιού και η έλλειψη επιμελητείας για τη τροφοδοσία, καθιστούν αδύνατη την ανάπτυξη ένοπλων ανταρτικών ομάδων στο νησί. Αλλά το καλοκαίρι του 1944 το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ έχει αναπτυχτεί και κυριαρχήσει. Ελέγχει την ύπαιθρο, έχει αναπτύξει ένοπλα τμήματα στο Βραχιώνα, με έδρα τα χωριά Αγ. Λέοντας, Κοιλιωμένο, Γαλάρο και έχει εξοπλίσει μέρος του πληθυσμού οργανώνοντας τον εφεδρικό ΕΛΑΣ. Έχει εντάξει στη δύναμη του μια αξιόμαχη ομάδα από τον Κοιλιωμένο υπό τους Αντ. Μαρούδα – Παχούμη και Παν. Σούλη – Πανάγαρη και έχει αποκτήσει οργανωτική δομή, με διοικητή τον ταγματάρχη Νικόλαο Κούτση, καπετάνιους τους Διονύσιο Μάργαρη, και το δάσκαλο Διονύσιο Κάπαρη. Στρατιωτικός διοικητής του εφεδρικού ΕΛΑΣ ορίστηκε ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Εμμανουήλ Βλασσόπουλος.

Ο ταγματάρχης εν αποστρατεία Νικόλαος Κούτσης γεννήθηκε την  5η Ιανουαρίου του 1897 στο χωριό Μουζάκι Ζακύνθου. Στο χωριό Μουζάκι όπου ζει με τη πολύτεκνη οικογένεια του έχει το ΕΑΜ μια από τις μεγαλύτερες οργανώσεις του. Ο Κούτσης φοίτησε σε Γυμνάσιο της Αθήνας, και αργότερα συνέχισε τις σπουδές του στην Τριανταφυλλίδειο Γεωργική Σχολή Βυτίνας. Εμφορούμενος από φιλοβενιζελικά πολιτικά φρονήματα κατετάγη εθελοντής στα στρατεύματα της «Εθνικής Αμύνης» στη Θεσσαλονίκη, κατόπιν φοίτησε σε σχολή [Βενιζελικών] υπαξιωματικών στα Ιωάννινα, όπου απέκτησε το βαθμό του λοχία. Έλαβε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1920, όπου και τραυματίστηκε στη μάχη της Ανδριανουπόλεως [ Καραγάτς ] στις 8 Ιουλίου 1920.

Όπως γνωματεύει η Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή του Στρατού, στις 2 Ιουνίου 1923, δια του επίατρου Ιωάννη Παπαθεοδώρου, ο τραυματισμός προκάλεσε σε αυτόν: «απώλεια του αριστερού κάτω άκρου από της μεσότητος του μηρού. Δι΄ ό η Επιτροπή κρίνει τούτον ανίκανον δια την στρατιωτικήν υπηρεσίαν». Μετά τον ακρωτηριασμό του ο Ν. Κούτσης μονιμοποιήθηκε στις τάξεις του στρατού «επ΄ ανδραγαθία» και έφτασε στο βαθμό του αντισυνταγματάρχη, σε «πολεμική διαθεσιμότητα». Η ιταλογερμανική κατοχή θα τον βρει πολύτεκνο στην Αθήνα, να αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης. Για να αποφύγει τον επερχόμενο λιμό του φοβερού χειμώνα του 1942 στην Αθήνα, αποφασίζει να μετακομίσει στο γενέθλιο τόπο στη Ζάκυνθο, όπου οι συνθήκες στο πατρικό χωριό του είναι καλύτερες.

Σε αναφορά του στο Υπουργείο Στρατιωτικών στις 26 Μαρτίου 1946 εξηγεί ο ίδιος την απόφαση επαναπατρισμού του εν μέσω κατοχής: «Κατά τον μήνα Ιούλιον του έτους 1941, λόγω των εξαιρετικών οικονομικών μου δυσχερειών και προ του φάσματος της πείνας του επερχομένου χειμώνος, ηναγκάσθην, κακή τη μοίρα, να μετοικήσω μετά της πολυμελούς οικογενείας μου [κέκτημαι 5 τέκνα, εξ ών τα 4 ανήλικα] εξ Αθηνών εις την ιδιαιτέρα πατρίδα μου Ζάκυνθον, ένθα  ήλπιζον ότι αι βιωτικαί συνθήκαι θα ήσαν καλλίτεραι των της πρωτευούσης».

Τα δημοκρατικά και αντιφασιστικά του φρονήματα εκδηλώθηκαν αμέσως με την εγκατάσταση του στη Ζάκυνθο. Παρά τις επικρατούσες συνθήκες στο νησί και παρότι ήταν ανάπηρος, αρχηγός 7μελους οικογένειας, συμμετείχε από τις πρώτες ημέρες της κατοχής σε αντιστασιακές κινήσεις. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της οργάνωσης «Εθνικός Στρατιωτικός Σύνδεσμος» η οποία  ιδρύθηκε την 15η Ιουνίου 1941 στη Ζάκυνθο, μόλις ενάμιση μήνα μετά την Ιταλική κατοχή. Ο Δ. Στραβόλεμος θα γράψει ότι ήταν υπεύθυνος για τα πυρομαχικά, ο «… Νικόλαος Κούτσης Ταγματάρχης (ύστερον και μετά την διάλυσιν του Συνδέσμου, Αρχηγός του ΕΛΑΣ Ζακύνθου) διαφυλάττων και συγκεντρώνων πυρομαχικά και ραδιόφωνα». Ο ΕΣΔ ήταν μια από τις πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις, αν όχι η πρώτη στη χώρα, με αρχηγό τον απόστρατο συνταγματάρχη Αντώνιο Καποδίστρια, γραμματέα το δικηγόρο και έφεδρο ανθυπολοχαγό Ανδρέα Κλάδη και μέλη εφέδρους και μονίμους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού.

Μετά την εκτόπιση στην Ιταλία, ως ομήρων, μεγάλου αριθμού μελών του, ο σύνδεσμος διαλύεται και ο ταγματάρχης Νικόλαος Κούτσης εντάσσεται στο ΕΑΜ, όπου αργότερα θα γίνει πρόεδρος της Νομαρχιακής Επιτροπής του. Δεν μας είναι γνωστός ο χρόνος και ο τρόπος ένταξής του στο ΕΑΜ. Πιθανόν να του έγινε πρόταση από τον υπεύθυνο και «ιδρυτή» του ΕΛΑΣ στη Ζάκυνθο Νιόνιο Μυλωνά – Μότα, να αναλάβει την αρχηγία ως καπετάνιος, των νεοσύστατων ομάδων του ΕΛΑΣ το χειμώνα του 1944. 

«Τον Φεβρουάριο του 1944 ο Νιόνιος Μυλωνάς [Μότας] επανερχόμενος από το ταξίδι του στην Αθήνα με το χρίσμα του επίσημου υπεύθυνου του ΚΚΕ επανίδρυσε το ΕΑΜ με τη βοήθεια διαφωτιστών που ήλθαν από την Πελοπόννησο [. ……….].Το τοπικό ΕΑΜ υπήχθη στο «ΠΕΛΟΠΙΟ» το κέντρο του ΕΑΜ Πελοποννήσου, αλλά με πλήρη ανεξαρτησία πρωτοβουλιών και δράσεως     …………..]. Η Διοικούσα Επιτροπή του ΕΑΜ σύντομα έγινε δεκαμελής με πρόσθετα μέλη τους Θεόδωρο Ασκούνη, Δημήτριο Βλασόπουλο, Μανώλη Ουζουμτζόγλου, Νιόνιο Γρυπάρη, Αναστάση Κάπαρη και τον ταγματάρχη Νικόλαο Κούτση ως Καπετάνιο».

Τον Αύγουστο του 1944 άρχισε η αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων, πρώτα από την ύπαιθρο, η οποία συνοδεύεται από συμπλοκές με τις δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, στα χωριά Αγ. Δημήτριο, Γαϊτάνι κ. α. Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ καταλαμβάνει την ύπαιθρο, περιορίζοντας τους Γερμανούς στη Χώρα. Η αποστολή αποσπασμάτων στα χωριά υπήρξε η γερμανική αντίδραση, τα οποία κάνουν συλλήψεις, εκτελέσεις και προκαλούν καταστροφές. Στις 2 Σεπτεμβρίου σε αντίποινα για το φόνο δυο Γερμανών από τους αντάρτες, κανονιοβολείται η Λιθακιά αφήνοντας νεκρό τον Ιωάννη Μποζίκη, τραυματίες και καταστροφές σπιτιών, ενώ ο εργάτης Παναγιώτης Γούλιαρης  θα εκτελεστεί στη θέση «Αγ. Σώστης». Στο ίδιο χωριό στις 9 Σεπτεμβρίου σε εξόρμηση γερμανικού τμήματος θα συλληφθούν δεκάδες, θα μεταφερθούν αιχμάλωτοι στην πόλη πεζοί, οι οποίοι ευτυχώς θα ελευθερωθούν, μετά από παρεμβάσεις.

Με αυτά τα δεδομένα η παραμονή της οικογένειας του Νικολάου Κούτση  τη «θερμή» περίοδο της αποχώρησης των Γερμανών, στο χωριό εγκυμονούσε κινδύνους. Κρίθηκε ότι ήταν αναγκαία η διαφυγή τους στο βουνό, παρά τη δυσκολία που δημιουργούσε η αναπηρία του. «Οι αντάρτες στα δύσκολα μονοπάτια του βουνού τον κουβαλούσαν στον ώμο».

Μετά την απελευθέρωση το ΕΑΜ ασκεί διοικητική εξουσία στη Ζάκυνθο από το  Σεπτέμβριο του 1944 έως το Μάρτιο 1945. Κεντρικό όργανο της εξουσίας του ΕΑΜ είναι η Νομαρχιακή Επιτροπή του. Όπως φαίνεται και  στην προκήρυξη του ΕΑΜ  που παρατίθεται στο παράρτημα, στις 24 Σεπτεμβρίου 1944 τη Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ, αποτελούν: ο ταγματάρχης Νικόλαος Κούτσης, ως πρόεδρος, ο τηλεγραφητής Σπύρος Σούλης ως γραμματέας, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Δημήτριου ως επίτιμος πρόεδρος, και μέλη οι: Θεόδωρος Ασκούνης, Παναγιώτης Μποζίκης δικηγόρος, Δημήτριος Βλασόπουλος, Κ. Ραζής, Γ. Μελισηνός, Δ.Ε. Μυλωνάς, Δ. Λέφας, Ν. Μπαγδατόπουλος, Δ. Καπανδρίτης, Φραγκίσκος Γουργουράκης, και Τιμόθεος Αγαλιώτης καθηγητής.  

Στις 11 Φεβρουαρίου 1945, ενώ στην Αθήνα έχουν προχωρήσει οι συζητήσεις για τη υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας [14-2-1945], το ΕΑΜ αν και είναι πλέον ηττημένο, σε μια προσπάθεια επίδειξης δύναμης και συσπείρωσης των δυνάμεών του διοργανώνει συλλαλητήριο έξω από το κτίριο της νομαρχίας στην οδό Αλέξανδρου Ρώμα [Πλατεία Ρούγα]. Από τον εξώστη της Νομαρχίας θα απευθυνθούν προς τους οπαδούς του ΕΑΜ, οι Ανδρέας Λογοθέτης και Νικόλαος Κούτσης εκ μέρους του ΕΑΜ, και εκ μέρους της ΕΠΟΝ ο γραμματέας του Νομαρχιακού Συμβουλίου Μάνος Ουζουμλόγλου.

Μετά από δυο μήνες ο Ν. Κούτσης, από κεντρικός ομιλητής στο μπαλκόνι της Νομαρχίας, θα βρεθεί υπόδικος στη φυλακή Ζακύνθου, όπως και ο γιός του Τάκης. Τελικά δεν θα παραπεμφθεί στο «αρμόδιον Κακουργιοδικείον», αλλά θα επωφεληθεί από την αμνηστία που προσέφερε η κυβέρνηση Πλαστήρα και δυνάμει του Νόμου 753/1945,  στις 9 Φεβρουαρίου 1946 θα απολυθεί από τη φυλακή με το υπ. αριθ. 18/1946 Βούλευμα του «εν Ζακύνθω Συμβουλίου Πλημμελειοδικών».  Μετά την αποφυλάκισή του  επιστρέφει με την επταμελή πλέον οικογένεια του στην Αθήνα.

  • Ο ΕΡΝΕΣΤΟΣ ΦΑΪΣΤΕΡ ( ERNST FEISTER)  ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥ ΕΑΜ

Ο Παναγιώτης (Τάκης) Πομόνης – Χούσος, Β΄ γραμματέας του Συμβουλίου της ΕΠΟΝ Ζακύνθου, συνδέονταν με τους Γιάννη και Τάκη Κούτση, στελέχη της ΕΠΟΝ, συνεργαζόταν μαζί τους και επισκεπτόταν το Μουζάκι για τις ανάγκες της οργάνωσης, μένοντας στο σπίτι της οικογένειας Κούτση. Στις αδημοσίευτες ιστορικές σημειώσεις του, εντυπωσιασμένος από την περίπτωση, αναφέρει την ιστορία του αιχμάλωτου γερμανού στρατιώτη Ερνέστου Φάϊστερ:

«Ο Ερνέστος ήταν ένας μεγαλόσωμος Γερμανός με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια. Για κακή του τύχη έπεσε στα χέρια του εφεδρικού ΕΛΑΣ την ημέρα ή τις ημέρες που έφυγαν οι Γερμανοί από τη Ζάκυνθο. Δεν θυμάμαι καλά αν ήταν τραυματίας ή όχι. Κάπου τον στρίμωξαν τα παιδιά και αιχμάλωτος οδηγήθηκε σε μια βουνοπλαγιά στις παρυφές του  Βραχιώνα.

  • Τώρα  τι τον κάνουμε;

Βρήκαν εύλογο και εύκολο, να τον ξεκάνουν να μην έχουν και την έγνοια του! Γερμανός ήταν! Ο Γερμανός κατάλαβε από τις κινήσεις τους, ότι ήρθε το τέλος του και περίμενε κλαίγοντας  το μοιραίο. Για καλή του τύχη είχε ανεβεί επάνω η Αθηνά σύζυγος του ταγματάρχη Κούτση. Γυναίκα δυναμική, γλωσσοκοπάνα, δραστήρια και άξια σεβασμού και εκτίμησης. Οι αντάρτες είχαν κάθε λόγο να την προσέχουν και να τη σέβονται. Ο ταγματάρχης Κούτσης ανάπηρος και με κομμένο το ένα του πόδι από τους Βαλκανικούς πολέμους είχε πάρει το βουνό. Οι ώρες ήταν δύσκολες. Όλοι, αυτές τις ήμερες επί ποδός πολέμου, η παραμονή του στο Μουζάκι επικίνδυνη. Οι αντάρτες στα δύσκολα μονοπάτια του βουνού τον κουβαλούσαν στον ώμο.

Έπεσε λοιπόν η Κούτσαινα στη μέση και σταμάτησε το κακό. Ο κακομοίρης ο Ερνέστος έπεσε στα γόνατα και γονατιστός της φιλούσε τα χέρια. Του γλύτωσε τη ζωή. Και όχι μόνο αυτό, τον πήρε υπό την προστασία της. Τον πήρε  στο σπίτι στο Μουζάκι. Εκεί τον γνώρισα και εγώ. Έκανε ότι μπορούσε για να ξεπληρώσει  την υποχρέωση. Η Κούτσαινα είχε τον Ανδρέα μικρό σε βρεφική ηλικία. Τον κρατούσαμε εναλλάξ αγκαλιά για να της δώσουμε την ευκαιρία να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να μαγειρεύει. Ο Κούτσης έγινε τότε γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ και βρισκόταν μόνιμα στην πόλη. Άλλωστε η Κούτσαινα ήταν πολύτεκνη με πέντε παιδιά  και οι υποχρεώσεις της αυξημένες. Ο Ερνέστος είχε την τύχη των αιχμαλώτων πολέμου. Παραδόθηκε μαζί με όλους τους Γερμανούς αιχμαλώτους στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής και πήρε το δρόμο για το Ιράν, από όπου έστειλε μια επιστολή στους Κουτσαίους.»

Η παρουσία της Αθηνάς Κούτση στο στρατόπεδο των ανταρτών αποτέλεσε την καλή τύχη του Ερνέστου Φάϊστερ. Από τα στοιχεία  που έγιναν γνωστά μετέπειτα δεν γνωρίζουμε εάν ο Ερνέστος ανήκε στο «999» τάγμα της γερμανικής φρουράς της Ζακύνθου και εάν η σύλληψή του οφειλόταν σε εκούσια βούληση ή ήταν αποτέλεσμα των συγκρούσεων των Γερμανών με τον ΕΛΑΣ. Από τα περιστατικά  που εκτέθηκαν παραπάνω κάποιοι από τους γερμανούς επέλεγαν τη σύλληψη ή τη λιποταξία, παρά τη συμμόρφωση με τις διαταγές αποχώρησης!

 Ο Ερνέστος Φάϊστερ γεννήθηκε στο Κένιγκσμπεργκ (Königsberg) στα 1911‎‎, περιοχή η οποία έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελούσε το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Πρωσίας. Ήταν 33 ετών όταν αιχμαλωτίστηκε, παντρεμένος και πατέρας 3 παιδιών, στρατευμένος από το 1941. Αυτά τα χαρακτηριστικά, η εξέλιξη της περιπέτειάς του και ο κίνδυνος που διέτρεξε να εκτελεστεί, ενισχύουν την εκδοχή ότι δεν αποτελούσε μέλος των αντιφρονούντων και αντιχιτλερικών ομάδων που εμφανίστηκαν στη γερμανική φρουρά της Ζακύνθου. Ήταν ένας τυπικός στρατιώτης της Βέρμαχ.

  • Ο ΕΡΝΕΣΤΟΣ ΦΑΪΣΤΕΡ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑΣ

Τον τραυματισμένο Ερνέστο τον περιέθαλψαν αμέσως οι γυναίκες του χωριού, βρήκε τροφή και στέγη από την οικογένεια Κούτση, δηλαδή την Αθηνά, η οποία τον προστάτευσε και από εχθρικές διαθέσεις που άρχισαν να εκδηλώνονται για την παρουσία του. Ήταν ένας γερμανός, στρατιώτης του εχθρού ανάμεσά τους, σε καιρό μεγάλου αναβρασμού! Η οικογένεια έμμενε στο συνοικισμό «Βαγγελλίστρας» στο “Πάνω Χωριό”, στο Μουζάκι, και ήταν συνδεδεμένη με δεσμούς συγγένειας και φιλίας με τις γειτονικές οικογένειες Ξένου, Κούτση (Τελώνη), Ζούγρα. Ο Ερνέστος εντάσσεται στη ζωή της οικογένειας και συνδέεται με τους ανθρώπους του συνοικισμού. Πρέπει να παρέμεινε στο χωριό για περίπου 2 μήνες. Ο Ανδρέας Κούτσης θυμάται ότι «εργάστηκε στο κοινοτικό ελαιοτριβείο», άρα παρέμεινε στο χωριό τουλάχιστον έως τα τέλη Οκτωβρίου 1944, όποτε αρχίζει η ελαιοσυλλογή. «Είναι οι καλύτερες μέρες της ζωής μου» θα γράψει αργότερα!

Για τη διαχείριση και την τύχη των γερμανών αιχμαλώτων πολέμου στη Ζάκυνθο μαθαίνουμε από το Θέμη Μαρίνο:

 «Την επομένη μέρα από τη αποχώρηση των Γερμανών, ο πρόεδρος της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ, Δημήτρης Βλασόπουλος κάλεσε σε σύσκεψη το μητροπολίτη Χρυσόστομο και το Σαρίκα, ως εκπρόσωπο των Συμμάχων, […] Υπήρχαν περί τους 300 Ιταλούς με τους αξιωματικούς τους, συν 13 Γερμανοί αιχμάλωτοι του ΕΛΑΣ και 75 περίπου λιποτάκτες αμφοτέρων των εθνικοτήτων που γύριζαν στους δρόμους. Ο Σαρίκας ανακοίνωσε ότι κατόπιν εντολής από το Κάιρο η Αποστολή θα φρόντιζε για τη συγκέντρωση τους σε ένα σχολείο πλησίον του λιμανιού (Δημοτικό σχολείο του Άμμου), όπου θα φρουρούνταν από μικτή δύναμη Ιταλών συνεργατών της και ανταρτών, εν αναμονή αφίξεως συμμαχικής ή ελληνικής στρατιωτικής δύναμης προς παραλαβή τους. Άμεση ήταν η αντίδραση του Βλασόπουλου ο οποίος δήλωσε ότι ο ΕΛΑΣ δεν ήταν διατεθειμένος να υπακούσει σε διαταγές ή υποδείξεις του Συμμαχικού Στρατηγείου και ότι θεωρούσε όλους αυτούς δικούς του αιχμαλώτους πολέμου. Δεν είχε αντίρρηση για τη βοήθεια της Αποστολής στη συγκέντρωση και την καταγραφή τους, αλλά τη φρούρηση θα ανελάμβανε αποκλειστικά ο ΕΛΑΣ.»  

  Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, η τύχη των Γερμανών αιχμαλώτων που βρίσκονταν στα χέρια του ΕΛΑΣ, κρίθηκε από τους Συμμάχους. Οι Βρετανοί απαίτησαν την παράδοση τους. Ο ΕΛΑΣ όμως δεν ήταν πρόθυμος να εκπληρώσει το αίτημα τους, όπως φάνηκε και στην περίπτωση της Ζακύνθου, αντίθετα προσέφερε δύο δυνατότητες στους Γερμανούς αιχμαλώτους και ιδιαίτερα στους αντιφασίστες που βρίσκονταν στις γραμμές του: να παραδοθούν στους Άγγλους ή να οδηγηθούν στα σύνορα και να διαφύγουν στη Γιουγκοσλαβία και στη Βουλγαρία. Οι περισσότεροι παραδόθηκαν τελικά στους Βρετανούς και μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Αίγυπτο, όπου έτυχαν τη μεταχείριση αιχμαλώτων πολέμου. Αντίθετα, μια μικρή μειοψηφία προωθήθηκε στη Γιουγκοσλαβία (50 άτομα), στη Βουλγαρία (40 άτομα) και ορισμένοι στην Αλβανία.

  • Ο ΕΡΝΕΣΤΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ

Δεν ξέρουμε ακριβώς τη διαδρομή του  Ερνέστου Φάϊστερ από τη Ζάκυνθο στη Μέση Ανατολή. Σίγουρα με συμμαχική μέριμνα, μέσω της απελευθερωμένης Ελλάδας κατέληξε στο στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου Νο 3106  στη Αίγυπτο. Από όπου, στις 19 Νοεμβρίου 1944, η οικογένεια Κούτση παίρνει ένα μικρό χειρόγραφο σημείωμα, με τη προμετωπίδα Ernest Cameral, και τις πρώτες πληροφορίες για τη ζωή του. Η επιστολή είναι χειρόγραφη, δυσανάγνωστη αλλά και πολύ συνοπτική [ βλέπε ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Εικόνα 3 ].Σίγουρα υπάρχουν περιορισμοί στη αλληλογραφία, το μέγεθος και το περιεχόμενο της. 

Φάκελος επιστολής Ερνέστου Φάιστερ από το στρατόπεδο αιχμαλώτων Αιγύπτου

 Απευθύνεται σε κάθε ένα από τα παιδιά της οικογενείας Κούτση, λέγοντας ότι είναι οι πλέον αγαπημένοι άνθρωποι που υπάρχουν στη ζωή του. Αποκαλεί τη Ζάκυνθο και κυρίως το Μουζάκι «δεύτερη πατρίδα του», μέρος που δυσκολεύεται να ξεχάσει και να «αποχωριστεί». Αναπολεί το σύντομο χρονικό διάστημα που έζησε εκεί, μαζί την οικογένεια. Kατονομάζει ένα προς ένα τα παιδιά της οικογένειας, το Γιάννη «ο αδελφός μου», Τάκη, Νιόνιο, Λιλή, αποκαλώντας τους «πολύ αγαπημένους», ενώ προσφωνεί τους Αθηνά και Νικόλαο Κούτση «μαμά» και «μπαμπά», γεγονός που θα συνεχιστεί σε όλο το τριετές διάστημα που διαρκεί η αλληλογραφία τους. Το σύντομο γράμμα τελειώνει με το: «Είθε ο Θεός να προστατεύει εσάς και εμένα».  

Από τις επιστολές, οι οποίες βρίσκονται στο αρχείο της οικογένειας, μαθαίνουμε ότι ο Ερνέστος Φάϊστερ παρέμεινε έγκλειστος στο γερμανικό τάγμα εργασίας, στο Βρετανικό στρατόπεδο Νο 3106  στην Αίγυπτο, έως τις 25 Ιουλίου 1947, σχεδόν 3 χρόνια. Σε όλη αυτή τη μακρά περίοδο της αιχμαλωσίας του αλληλογραφεί με την οικογένεια, η οποία του συμπαραστέκεται με κάθε δυνατό τρόπο.

Οι επιστολές γράφονται είτε σε ειδικά επιστολικά δελτάρια, τα οποία διατίθενται στους αιχμαλώτους, είτε σε απλό χαρτί, πάντα με μολύβι και  αποστέλλονται από τη διεύθυνση:

Ind. γερμανικό τάγμα εργασίας Στρατόπεδο Νο 3106

c/o Chief P.O.W. (αιχμάλωτος πολέμου)

 Ταχυδρομικό Κέντρο, Μέση Ανατολή

 Ο αποστολέας είναι: Ernst Feister

Αριθμός αιχμάλωτου πολέμου: Νο   ΜΕ234557

Βαθμός:  στρατιώτης

Στις επιστολές επαναλαμβάνονται αδιάκοπα ευχαριστίες, ερωτήσεις ενδιαφέροντος για τα μέλη της οικογένειας και δηλώσεις αγάπης, ειδικότερα προς την Αθηνά Κούτση. Η ευγνωμοσύνη εκφράζεται βαθιά και σε υψηλούς τόνους.  Αυτό διαρκεί όλο το διάστημα της κράτησης του! Ο Ερνέστος ανήκει στους ηττημένους, είναι  έγκλειστος,  έχει συναίσθηση του κινδύνου τον οποίο διέτρεξε, γνωρίζει τις εξελίξεις του πολέμου, την καταστροφή της Ευρώπης και της χώρας του, έχει χάσει την επαφή με τη δική του οικογένεια, βρίσκεται σε στρατόπεδο αιχμαλώτων σε Αφρικανική χώρα. Είναι σε απόλυτη απογοήτευση και απελπισία. Η οικογένεια Κούτση αποτελεί για μεγάλο χρονικό διάστημα τη μόνη επαφή του αιχμαλώτου με τον έξω κόσμο, τη μόνη πηγή συμπαράστασης και ελπίδας.

Στις  επιστολές του επαναλαμβάνεται  μια απρόσμενη νοσταλγία για τον τόπο αιχμαλωσίας του! Το Μάιο του 1946 γράφει:

 «αγαπητοί μου μαμά μπαμπά και αδελφοί. Είμαι ακόμα στην Αίγυπτο.… Ήταν ωραία στη Ζάκυνθο, έτσι δεν είναι αγαπητή μου μαμά; Χαιρέτα μου όλο το Μουζάκι από μέρους του Ερνέστου. Και «Είναι μεγάλη χαρά το ότι μπορώ να σας γράφω. Από το σπίτι δεν έχω ακόμα γράμμα. Έγραψα στη Ζάκυνθο στον Νόνγκας (Νέγκας;)….Πές στο μπαμπά ότι θέλω να έλθω πίσω στη Ζάκυνθο.»

Στην επιστολή του Οκτωβρίου του 1946  διαβάζουμε:

«αγαπητή μου μαμά η φωτογραφία σου είναι επάνω στο κομοδίνο μου και τη φιλώ πολύ όταν πηγαίνω στο κρεβάτι και ένα δάκρυ κυλάει από τα μάτια μου».

Φαίνεται ότι συνδέθηκε πολύ με τα παιδιά της οικογένειας. «Είμαι ακόμα στην Αίγυπτο. Τι κάνει ο μπαμπάς; Είναι καλά ο Γιάννης, ο Τάκης, ο Νιόνιος, η Λιλή και ο γλυκός μου και αγαπητός από καρδιάς μπέμπης; Και εσύ αγαπημένη μου μαμά; Ναι σκέπτομαι πάντοτε εσάς κάθε μέρα. Έχω κάθε  πρωινό ρόφημα τους συναδέλφους μου οι οποίοι μου λένε, σκέψου τώρα τη μητέρα σου».

Η αγάπη και η αδυναμία που δείχνει στο μικρό Ανδρέα (μπέμπη) έχει την ερμηνεία της:

« πες μου ο μπέμπης είναι καλά; Να του πεις ότι του στέλνω χαιρετίσματα εξ όλης της καρδίας μου. Τον σκέπτομαι και ποτέ δεν θα τον ξεχάσω. Μου έκανε μεγάλη χαρά ότι θα τον σπουδάσεις τη γλώσσα μου (γερμανικά)».Η επιστολή του στις 27 Μαΐου 1947 ερμηνεύει το υψηλό ενδιαφέρον του για τον Ανδρέα «αγαπητή μου μαμά είναι πάντα έτσι που νομίζω ότι είναι δικός μου γιός και όχι δικός σου». Ο Ερνέστος άφησε στη Γερμανία με τη στράτευση του, τη γυναίκα του και το γιό του,

6 ετών.

Επιστολή του Ερνέστου Φάιστερ 25-7-1947

  Η οικογένεια  του συμπαραστέκεται, τον συνδράμει με όποιο τρόπο μπορεί. Η «μαμά» Αθηνά απαντά στις  επιστολές του ενισχύοντάς τον, καλλιεργώντας του τη ελπίδα για καλύτερες μέρες που θα έλθουν, βοηθώντας τον να ξεπερνάει τις δυσκολίες της ζωής στο στρατόπεδο. Ανταποκρίνεται στα επανειλημμένα αιτήματά του για αποστολή φωτογραφιών των μελών της οικογένειας, στέλνει δέματα με εφόδια, παρά τη δυσπραγία της πολυμελούς οικογένειας εκείνα τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Το Δεκέμβριο του 1946 ο Ερνέστος δέχεται δέμα, για το οποίο απαντά:

«Για το δέμα που μου στέλνεις χάρηκα πολύ και χίλια ευχαριστώ».

Κατά ένα μεγάλο διάστημα αυτών των τριών χρόνων της αιχμαλωσίας του ο Ερνέστος  δεν είχε επικοινωνήσει με την οικογένειά του, ούτε ήξερε για την τύχη τους. Είναι πλέον δυο χρόνια αιχμάλωτος, όταν η Αθηνά παίρνει ένα γράμμα γεμάτο απελπισία και μοναξιά:

«Αγαπητή μαμά δεν έχω πλέον γυναίκα. Ο κακός ο πόλεμος μου την πήρε. Και νομίζω ότι ήταν σε ένα πλοίο που βυθίστηκε με τρία παιδιά. Οι γονείς μου δεν ξέρω εάν ζούνε ακόμη. Έγραψα στο Ερυθρό Σταυρό στη Βαυαρία, ίσως λάβω κανένα σημείωμα. Έρχονται ώρες κατά τη νύχτα όταν είμαι μόνος και σκέπτομαι τη ζωή μου, είμαι πολύ στενοχωρημένος, κλαίω. Εάν δεν με είχες τόσο φροντίσει θα είχα πεθάνει. Και τώρα σκέπτομαι που θα πάω όταν πάρω απολυτήριο. Επιθυμούσα ευχαρίστως να γυρίσω στην πατρίδα σου, η οποία θα ήταν και η δική μου πατρίδα !!! Δεν θέλω να γυρίσω στην πατρίδα μου, ίσως μπορέσω πάω στην Αργεντινή ».

Η αλληλογραφία του Ερνέστου Φάιστερ δεν περιορίζεται μόνο με την οικογένεια Κούτση, αλλά επεκτείνεται και με άλλους στο χωριό Μουζάκι.

«Έχω στείλει δυο επιστολικά δελτάρια στο Μουζάκι, ένα στη Μαρία  Ξένου και ένα στη Μαρία  Ζούγρα».

Στις 1 Δεκεμβρίου του 1945  ο Σπυρίδων Ξένος παίρνει γράμμα στο Μουζάκι  από τον Ερνέστο ο οποίος ζητά πληροφορίες για πρόσωπα που γνώρισε κατά τη διαμονή του εκεί, όπως για τους Γιώργο Ξένο, Νέγκα, κ.α. Ενδιαφέρεται για τα γεγονότα και τις καταστάσεις.

«Θέλω να σας ρωτήσω η γυναίκα του Γιώργου έκανε αγόρι ή κορίτσι;»

 και στη συνέχεια:

«Αγαπητή μου μαμά γράψε στο Μουζάκι στο Γιώργο, στη γυναίκα του, στον Αλέκο και τη γυναίκα του Μαρία, στην Άννα, την Κεβή, στη Ρούσα, αυτοί όλοι για μένα υπήρξαν καλοί και πρέπει να μου στείλουν μια φωτογραφία, γιατί δεν θέλω να τους

ξεχάσω, αφού δεν μπορώ να έλθω πλέον πίσω..»

Επιστολή Ερνέστου Φάιστερ στον Σπύρο Ξένο 1-12-1945

Από τα γράμματα λείπει κάθε αναφορά στο μείζων γεγονός του πολέμου, τις αιτίες και τις συνέπειες του. Προφανώς η αλληλογραφία των κρατουμένων ελέγχεται, αλλά αυτό δεν αρκεί να εξηγήσει την έλλειψη και της παραμικρής νύξης! Υπάρχει μια φροντίδα να μην αγγιχθεί το τραύμα και το χάσμα που χωρίζει τους δυο κόσμους, του Γερμανού στρατιώτη της Βέρμαχ – κατακτητή και της οικογένειας του  Έλληνα αντιστασιακού, αρχηγού του ΕΛΑΣ, τα οποία είναι πόσο βαθιά και νωπά. Γίνεται προσπάθεια ώστε να κρατηθεί η σχέση τους στο επίπεδο των συναισθημάτων, του ανθρωπισμού και να αναδεχθεί διάσταση της διάσωσής του. Φαίνεται ότι με την οικογένεια έχουν δοθεί εξηγήσεις, έχει «συμφωνηθεί» η διάσταση της σχέσης, και «οι όροι της φιλοξενίας», έχει κερδηθεί η εμπιστοσύνη. Ωστόσο εκφράζει μια ανησυχία για τον μεταφραστή που παρεμβάλλεται και εκ των πραγμάτων είναι σε θέση γνωρίζει. Δεν ξεχνάει ο Ερνέστος Φάϊστερ ότι υπήρξε ένα μέλος της Βέρμαχτ, ένας γερμανός κατακτητής! Νοιώθει την ανάγκη απολογίας:

«Ξέρω ότι θα ήθελες να μου γράψεις πολλά εάν ήξερες τη γλώσσα μου. Εγώ και εσύ εμπιστευόμαστε το μεταφραστή. Δεν ξέρω εάν είναι άνδρας ή γυναίκα και τι ιδέα έχει για ένα γερμανό. Προτιμώ να πω ότι ήμουν ένας στρατιώτης, όχι ένοχος».

Εκτός από την απόδοση ευγνωμοσύνης και των ευχαριστιών, εκφράζει στις επιστολές του με δραματικό τρόπο την αγωνία του για το μέλλον του:

  «Σε λίγο θα πάρω απολυτήριο [ θα πάρει ενάμιση χρόνο αργότερα] αλλά δεν έχω που να πάω, αφού πλέον δεν έχω πατρίδα. Εάν μπορούσα να ερχόμουνα κοντά σας θα ήμουν πάλι ευτυχής κοντά στους ανθρώπους που αγαπώ με όλη τη καρδιά μου …» θα γράψει στις 22 Δεκεμβρίου 1946.

Δεν έχουμε σαφή εικόνα αν ο αποκλεισμός της επιστροφής του στη Γερμανία προέρχεται από τη αποστροφή προς το ναζιστικό καθεστώς πού προκάλεσε τόσα δεινά στο κόσμο, κατάστρεψε τη χώρα του και αυτόν τον κατάστησε αιχμάλωτο ή από τη διάλυση της οικογένειάς του και την αδυναμία να επανασυνδεθεί με το οικογενειακό του περιβάλλον. Βρίσκεται διαρκώς σε αδιέξοδο, αναζητώντας τόπο για να ζήσει όταν απελευθερωθεί. Είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό ότι προτιμά και διερευνά τη δυνατότητα διαμονής του στη Ζάκυνθο, τόπο που γνώρισε σαν μέλος της Βέρμαχ και μέρος που κινδύνευσε να εκτελεστεί με συνοπτικές  διαδικασίες! Με επιμονή επανέρχεται και εξετάζει την αποδοχή της επανόδου του στη Ζάκυνθο. Με αγωνία στις 4 Νοεμβρίου 1946 ρωτάει την Αθηνά Κούτση, η οποία ζει πλέον στην Αθήνα:

 «Παίρνεις γράμματα από το Μουζάκι; Τι γράφουν; Θέλουν να ξεναέχουν τον Ερνέστο;

Ο Ερνέστος θα πάρει το πολύτιμο απολυτήριο και θα επιστρέψει τελικά στη Γερμανία το καλοκαίρι του 1947. Το αρχείο των επιστολών δεν περιέχει στοιχεία για τη απελευθέρωσή του, ούτε μας πληροφορεί για τον τρόπο με τον οποίο επανασυνδέθηκε με την πατρική του οικογένεια. Με την επιστροφή του θα μάθει ότι η γυναίκα του δεν πνίγηκε, αλλά ο πόλεμος που τα διέλυσε όλα, διέλυσε την οικογένεια του και το γάμο του. Μετά την επάνοδό του στη Γερμανία ουδεμία επιστολή από τον Ερνέστο προς το «μπαμπά» και τη «μαμά» υπάρχει στο αρχείο. Η αλληλογραφία μεταξύ Ερνέστου και των Κούτση σταμάτησε!

  • ΑΘΗΝΑ ΚΟΥΤΣΗ – ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΦΑΪΣΤΕΡ:  Η «μαμά» και η «μάνα»

Μπορεί η παρουσία του Ερνέστου Φάιστερ στο αρχείο να σταμάτησε μετά τον επαναπατρισμό του, η γραφίδα του να έσπασε, αλλά το αρχείο δεν σιώπησε!  Προφανώς ο Ερνέστος έκανε γνωστά στην οικογένειά του τα γεγονότα και το ρόλο της οικογένειας Κούτση στη σωτηρία και την επιβίωση του. Αυτό προκάλεσε αισθήματα ευγνωμοσύνης και οφειλής, τα οποία εκφράζονται συνεχώς και αδιάκοπα μέσα στην πυκνή αλληλογραφία που αναπτύχτηκε μεταξύ της μητέρας του Αυγούστας Φάϊστερ και της Αθηνάς Κούτση. Η αλληλογραφία διακόπηκε μόνο με το θάνατο της πρώτης το 1971, δηλαδή διήρκησε πάνω από 20 χρόνια!

Η αλληλογραφία γίνεται στα γερμανικά, αφού καμιά από τις δυο γυναίκες δεν γνωρίζει τη γλώσσα της άλλης. Τα περισσότερα γράμματα που διαθέτουμε είναι αυτά που έλαβε η Αθηνά από την Αυγούστα. Είναι χειρόγραφα, με υψηλή καλλιέπεια και αισθητική. Σε πολλά ζωγραφίζονται διακοσμητικά άνθη, συμπληρώνονται από σχέδια, και κοσμούνται με καλλιτεχνήματα. Όπως δείχνουν οι επιστολές η αποστολέας τους είναι μια καλλιεργημένη γυναίκα, η οποία ξέρει που και γιατί, απευθύνεται. Στο αρχείο υπάρχουν και πρωτότυπα επιστολών στα ελληνικά που έλαβε η Αυγούστα από την Αθηνά.

Επιστολή Αυγούστας Φάιστερ με διακόσμηση 5-12-1959

Στις επιστολές της Αυγούστα Φάϊστερ κυριαρχούν ανελλιπώς για πάνω από 20 χρόνια η ευγνωμοσύνη και οι ευχαριστίες. Δεν παραλείπονται ποτέ σε κάθε επιστολή, αλλά προτάσσονται, συνοδευόμενες από ευχές και επικλήσεις στο Θεό για τη βοήθειά και τη φροντίδα του προς οικογένεια Κούτση, διότι:

«μόνο αυτός μπορεί να σας ανταμείψει για ότι κάνατε για εμάς και τον Ερνέστο».

 Όπως ήταν φυσικό γίνεται αναφορά στον Ερνέστο σχεδόν σε όλες:

«… o Ερνέστος σκέφτεται πάντα την ωραία εποχή που έζησε στην Ελλάδα. Ήταν η πιο ωραία εποχή της ζωής του». 

Φαίνεται ότι ζωή του, όπως περιγράφεται από τη μητέρα του, δύσκολα μπορεί να ανασυγκροτηθεί μετά τη μακρά περίοδο του πολέμου και της αιχμαλωσίας. Η χώρα του έχει καταστραφεί και διαμελιστεί, η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει, η οικογένειά του έχει διαλυθεί, η υγεία του παρουσιάζει προβλήματα, υποφέρει από το στομάχι του, αναγκάζεται να απομακρυνθεί για να βρει δουλειά.

 «Ο Ερνέστος βρήκε το γιό του μετά 28 χρόνια, είναι δυστυχώς στη Ανατολική ζώνη στο Turingen. Όταν θα έχει χρήματα για το ταξίδι θέλει να πάει με τη Έμμυ εκεί. Ο Ερνέστος θα τρελαθεί από τη χαρά του, ο Ewald (ο γιός του) ήταν χαμένος. Έχει 3 παιδιά».

  Μπορεί η παρουσία του Ερνέστο στα γράμματα της Αυγούστα να είναι συνεχής, αυτός όμως δεν ξαναγράφει ποτέ!

«Ο Ερνέστος χαιρετά 1000 φορές θυμάται τους καλούς καιρούς».«Ο Ερνέστος χαιρετά τους γιούς σου, ιδιαιτέρως το Σπύρο [Σπύρο Ξένο]».» «Αγαπητή μου Αθηνά μόλις προ ολίγου ο Ερνέστος ήταν κοντά μου. Σου στέλνει καθώς και στα αγαπητά σου παιδιά τους εγκαρδιώτερους χαιρετισμούς και φιλιά και στέλνει σε εσένα αυτή τη φωτογραφία. Ας ελπίσουμε ότι θα αναγνωρίσεις ακόμη του Ερνέστο, στις 16 Μαρτίου γίνεται 56 ετών …»

Προσπάθειες επανασύνδεσης μαζί του καταβάλλονται και από τη ελληνική πλευρά, χωρίς αποτέλεσμα: «Του έγραψε ο γιος μου, αλλά δεν απάντησε».

Στις επιστολές, κυρίως της Αυγούστας, τις οποίες έχουμε σε μεγάλο αριθμό, καταγράφονται πλήθος πληροφοριών που αφορούν τη ζωή της πολυμελούς οικογένειας της, η οποία με τη πάροδο του χρόνου αναπτύσσεται. Δεν παραλείπει να αναφέρει γεγονότα και οικογενειακές και προσωπικές  στιγμές, όπως τους γάμους των παιδιών της, γεννήσεις εγγονών, γενέθλια και εορτές ιδίως Χριστουγέννων κ.α. αλλά και τα προβλήματα υγείας, τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν, τις διαφωνίες και τις συγκρούσεις ανάμεσα στα πρόσωπα της οικογένειας. Οι επιστολές της Αθηνάς που υπάρχουν στο αρχείο είναι λιγότερες, είναι τα πρωτότυπα στην ελληνική γλώσσα πριν δοθούν στο μεταφραστή. Η Αθηνά είναι πλέον φειδωλή σε πληροφορίες και λιγότερο διαχυτική, αλλά δεν έχουμε επιστολές με πνεύμα απομάκρυνσης ή κούρασης. Δεν αποφεύγει τις απαντήσεις, αντίθετα απολογείται όταν δεν είναι συνεπής στην αλληλογραφία. Είναι σαφές ότι αναπτύχθηκε μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και φιλίας ανάμεσα στις δυο γυναίκες. Όπου η Αυγούστα φτάνει σε επίπεδο εξομολόγησης, παρουσιάζοντας ευαίσθητα οικογενειακά δεδομένα, παρότι δεν συναντήθηκαν ποτέ!

Όττο και Αυγούστα Φάιστερ

Οι ευχές και οι ευχαριστίες συμπληρώνονται από προσκλήσεις συνάντησης.

«Αν μπορούσες να μας επισκεφτείς ..……… αλλά τους δρόμους μας χωρίζει μια μεγάλη θάλασσα». Είτε «Ελπίζω το καλοκαίρι να έλθετε που είναι καλός ο καιρός να πάμε μαζί να επισκεφθούμε τον Ερνέστο και τη Έμμυ (νέα σύζυγος) στο Χάρτς». 

Παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις και από τις δύο πλευρές η συνάντηση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Το κοινό πεδίο επικοινωνίας υπήρξε ο οικογενειακός κύκλος. Τίποτα που να συμβαίνει έξω από αυτόν δεν αναφέρεται, ούτε σχολιάζεται! Η αλληλογραφία είναι γεμάτη από λεπτομέρειες, οικογενειακά μυστικά, εκμυστηρεύσεις και εξομολογήσεις, ανταλλάσσονται φωτογραφίες των οικογενειών, διατυπώνονται ανησυχίες για τη υγεία και την κατάσταση κάθε πλευράς, αλλά απουσιάζει κάθε αναφορά για τον πόλεμο ή τις πολιτικές εξελίξεις των δύο χωρών. Η ναζιστική Γερμανία κατέστρεψε την Ευρώπη και καταστράφηκε, η Ελλάδα κατακτήθηκε και γνώρισε φοβερά εγκλήματα, πέρασε ένα φοβερό εμφύλιο, η Γερμανία διαμελίστηκε, ο ψυχρός πόλεμος εξελίσσεται, το τείχος υψώθηκε στο Βερολίνο, στη Ελλάδα επιβλήθηκε η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 κ.α., αλλά δεν υπάρχει ίχνος αναφοράς σε όλη την επιστολογραφία! Σαν να μη συνέβησαν όλα αυτά, σαν να μη ήταν αυτά τα γεγονότα που καθόρισαν τη ζωή τους και προκάλεσαν αυτή την ιδιόμορφη σχέση! Παρότι οι Φάϊστερ είναι ενήμεροι και όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, «διαβάσαμε στις εφημερίδες τις μεγάλες καταστροφές. Πάντοτε σας σκέπτομαι …… και αυτοί οι τρομεροί σεισμοί….», μια αναφορά στους σεισμούς του 1953 στα Επτάνησα.

Εκεί όπου οι δυο γυναίκες συναντούνται και συνυπάρχουν είναι στο θρησκευτικό πεδίο, στην επίκληση της Χριστιανικής πίστης. Ο Θεός (των Χριστιανών) καθορίζει, ξέρει και αμείβει. Αυτόν θα επικαλεστεί για να εκφράσει τα συλλυπητήρια της για το θάνατο του Νικολάου Κούτση το 1961 η Αυγούστα:

«ο αγαπημένος μας νεκρός είναι καλύτερα από εμάς. Ο Θεός ξέρει πότε και πως θα

κλείσει η ζωή μας».

Η Αθηνά Κούτση

Το ίδιο χρόνο πεθαίνει και ο «πάπας» Όττο Φάϊστερ. Η Αθηνά θα γράψει  παρόμοια παρηγορητικά λόγια: «η απώλεια του αγαπημένου μας πάπα μας γέμισε εδώ θλίψη ….. πετάξανε μαζί στο ουρανό τον ίδιο χρόνο …. Ο μεγάλος Θεός τους έχει κοντά του να παρακαλούν και για εμάς ….» 

Τη αλληλογραφία των δύο γυναικών, η οποία διήρκησε πάνω από 20 χρόνια, κλείνει με την επιστολή της Margot Christ  στις 18 Φεβρουαρίου 1971 προς τη Αθηνά Κούτση, η οποία αναγγέλλει το θάνατό της Αυγούστα, σε ηλικία 80 ετών.

  • ΟΙ ΓΕΦΥΡΕΣ

Το χάσμα που άνοιξε ο πόλεμος, ευθύς εγιόμισε άνθη!

Η ιστορία του γερμανού στρατιώτη Ερνέστου Φάιστερ είναι μια από τις αναρίθμητες φοβερές ιστορίες που εξελίχθηκαν πάνω στο χάσμα που άνοιξε ο πόλεμος και χώρισε τους ανθρώπους σε κατακτητές και κατακτημένους, σε θύτες και θύματα. Είναι μια ιστορία με αίσιο τέλος, μια ιστορία που δεν περιέχει αίμα, από τα ποτάμια αίμα που χύθηκαν και τις φρικτές τραγωδίες που προκλήθηκαν στη διάρκεια του 2ο παγκοσμίου πολέμου. Όμως αν κάτι εδώ ξεχωρίζει, εντυπωσιάζει και προκαλεί το θαυμασμό και την απορία είναι οι «γέφυρες»! Εξηγούμαι:

 Πως διανύθηκε η απόσταση, πως αναδύθηκε ο Άνθρωπος μέσα σε αυτές τις συνθήκες, πως γεφυρώθηκε το χάσμα που χώρισε τις δύο πλευρές ο πόλεμος;

Ο Νικόλαος Κούτσης

Η πρώτη γέφυρα θεμελιώθηκε σε μια δασωμένη χαράδρα του Βραχιώνα, όπου υψώθηκε το χέρι της Αθηνάς και σταμάτησε τη σφαίρα που όδευε στο στήθος του Ερνέστου και ολοκληρώθηκε στο χωριό Μουζάκι, στη διάρκεια των δυο επόμενων μηνών. Ο Ερνέστος φιλοξενείται, τρέφεται, προστατεύεται και ενσωματώνεται στην οικογένεια Κούτση. Όχι μόνο συμμετέχει στη ζωή της οικογένειας, αλλά αναπτύσσει γνωριμίες και σχέσεις με πολλά άλλα άτομα του χωριού! Στη Ζάκυνθο (και στο Μουζάκι) η γερμανική αποχώρηση που ολοκληρώθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου, άφησε πίσω της νεκρούς και ερείπια. Οι εξορμήσεις των τελευταίων ημερών των Γερμανών στα χωριά και οι συγκρούσεις με τον ΕΛΑΣ αφήνουν 2 νεκρούς στη Λιθακιά, καταστρεμμένα σπίτια στο Καταστάρι, 2 νεκρούς στην Εξωχώρα, 1 νεκρό στη μάχη στο Γαϊτάνι, 2 πτώματα να αιωρούνται κρεμασμένα για ώρες στη Χώρα και πολλά άλλα ακόμα. Το χωριό είναι στο σύνολό του οργανωμένο στο ΕΑΜ, άνθρωποι του είναι στις ανταρτομάδες του ΕΛΑΣ στο βουνό, όπου η οικογένεια Κούτση πρωταγωνιστεί, με τον πατέρα πρόεδρο της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ και τα δυο από τα παιδιά δραστήρια στελέχη της ΕΠΟΝ. Τη ίδια περίοδο η Ζάκυνθος  λιμοκτονεί, η επιβίωση είναι το μέγα πρόβλημα, πολλοί την εξασφαλίζουν μόνο χάρη στη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού και ταυτόχρονα σπαράσσεται από  βιαιοπραγίες,  ληστείες και  εμφύλιες συγκρούσεις. Ο Ερνέστος Φάϊστερ είναι στρατιώτης της Βέρμαχτ, βρίσκεται στο νησί ως κατακτητής, συλλαμβάνεται από τους αντάρτες ως εχθρός, ως επικίνδυνος εχθρός! Ανήκει στους «απέναντι», είναι στρατιώτης του 3ου Ράιχ που ήρθε να επιβάλλει στη Ζάκυνθο τη ναζιστική κυριαρχία. Πως στηθήκαν λοιπόν οι γέφυρες, πως διανύθηκε η απόσταση, πως προέκυψε η προστασία του, πως εκδηλώθηκε τέτοια φιλοξενία στο σπίτι του αρχηγού των ανταρτών και η αποδοχή του σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς να ομιλείται η ίδια γλώσσα, ώστε για χρόνια αργότερα να αποκαλεί τη Ζάκυνθο και κυρίως το Μουζάκι «δεύτερη πατρίδα του»; Στην οποία μετά την αιχμαλωσία επιθυμεί να επιστρέψει, «η οποία είναι η δική μου πατρίδα», για να μείνει για πάντα!

   Η δεύτερη γέφυρα στήνεται από δυο γυναίκες, δύο πολύτεκνες μάνες, στα δύο άκρα της Ευρώπης, η μια στο Αμβούργο και η άλλη στην Αθήνα. Οι άνδρες τους φαίνεται ότι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να συμμετέχουν! Η «γέφυρα» λειτουργεί, για πάνω από δύο δεκαετίες και δεν γκρεμίζεται παρά με το θάνατο της Αυγούστα. Μπορεί το «υλικό», η αιτία αυτής της γνωριμίας χωρίς συνάντηση, να υπήρξε ο Ερνέστος και η περιπέτειά του, αλλά πιστεύω ότι ο βαθύτερος σκοπός, ο ασύνειδος στόχος, η κοινή επιδίωξη, υπήρξε η υπέρβαση του πολέμου και των συνεπειών του! Όπως προανέφερα πουθενά στην εικοσαετή αλληλογραφία δεν αναφέρεται ο πόλεμος, ούτε οι συνέπειές του, αυτό το «απόλυτο κακό», που προκάλεσε εκατομμύρια νεκρούς και που συνέθλιψε τις ζωές των ανθρώπων! Εξαίρονται οι μικρές και μεγάλες στιγμές των δύο οικογενειών, τα προβλήματα της καθημερινότητας, της υγείας, της δουλειάς, οι γιορτές, οι διακοπές, οι χαρές και λύπες της κάθε οικογένειας, δηλαδή τα έργα της ειρήνης! Είναι φανερό ότι θέλουν, αν όχι να ξεχάσουν να υπερβούν, να δούνε το μέλλον πέρα από τα ερείπια του πολέμου, να μιλήσουν μόνο για τη ανάπτυξη και τη προκοπή των οικογενειών τους. Σε αυτή τη στάση έρχεται όπως είναι φυσικό πρώτη η Αυγούστα. Ανήκει στη πλευρά του θύτη, είναι η ευγνωμονούσα, αλλά αισθάνομαι ότι συναινεί με τη στάση της και η Αθηνά και ας ανήκει στη πλευρά του θύματος.

Το αρχείο Κούτση δεν περιλαμβάνει καμιά επιστολή του Ερνέστου μετά τον επαναπατρισμό του στη Γερμανία! Ο πολυγραφότατος και διαχυτικός Ερνέστος σιωπά, δεν απευθύνεται πλέον στους «μαμά» και «μπαμπά». Ούτε ενδίδει στις παραινέσεις της μητέρας του για συνέχιση της επικοινωνίας με την οικογένεια της σωτηρίας του. Αρκείται να διαβιβάζει χαιρετισμούς και φωτογραφίες του μέσω αυτής! Μου είναι δύσκολο να αποδεχτώ ως ερμηνεία της στάσης του την αχαριστία, μετά την επάνοδο στο ασφαλές περιβάλλον της πατρίδας του. Η προηγούμενη τριετής επιστολογραφία, η χρήση υπερθετικού βαθμού στη διατύπωση των αισθημάτων του, η εκδήλωση υψηλού ενδιαφέροντος για την οικογένεια Κούτση, όπως και η συμπεριφορά της μητέρας του, η οποία ενημερώθηκε για κάθε λεπτομέρεια τη περιπέτειάς του, με κάνει να πιστεύω ότι άλλη υπήρξε η αιτία της σιωπής του.

Ο Ερνέστος επέστρεψε μετά από 6 χρόνια πολέμου και αιχμαλωσίας, σε μια ένοχη, ηττημένη, κατεστραμμένη και διαμελισμένη χώρα. Βρήκε διαλυμένη τη στενή του οικογένεια, χαμένο το μοναχογιό του [ έκανε 27 χρόνια να τον βρει], είχε επισφαλή υγεία, αποτυχία στη σχέση του με τη νέα σύζυγο και δυσκολίες στην αναζήτηση εργασίας. Πιθανόν εξετάζοντας τα γεγονότα, μαθαίνοντας για τα εγκλήματα των γερμανικών στρατευμάτων, συγκρίνοντας τις συμπεριφορές τους με τη δικιά του μεταχείριση στην Ελλάδα να μη μπόρεσε να βρει απάντηση, να βρει ισορροπία. Εκτιμώ ότι δεν μπορούσε να αγγίξει και να διαχειριστεί το τραύμα του. Υπήρξε και αυτός ένα από τα αφανή «θύματα πολέμου»! Εικάζω ότι η αδυναμία διαχείρισης του τραύματος του τον οδήγησε σε άρνηση επικοινωνίας με τους σωτήρες- ευεργέτες του. Την οικογενειακή οφειλή, ανέλαβε εκ μέρους όλης της οικογένειας Φάϊστερ να εκτελέσει η Αυγούστα.

Είναι γνωστό ότι και στη Ζάκυνθο, τη φοβερή δεκαετία 1940-50 δεν έλειψαν οι πράξεις βίας, οι εκτελέσεις, η εμφύλια διαμάχη. Ωστόσο υπάρχουν δυο σημαντικά γεγονότα, για τα οποία η Ζάκυνθος δικαιούται να είναι υπερήφανη. Το πρώτο είναι η σωτηρία της Εβραϊκής Κοινότητας το 1943, μοναδικό γεγονός στη Ευρώπη (μια ακόμα στην Ολλανδία σώθηκε) και το δεύτερο η σύναψη συμφώνου αποφυγής του εμφυλίου πολέμου μεταξύ όλων των πολιτικών δυνάμεων το Νοέμβριο του 1947. Αν αποδώσουμε τη σωτηρία του στρατιώτη της Βέρμαχ Ερνέστου Φάϊστερ από την εκτέλεση στη μεγαλοψυχία της Αθηνάς Κούτση, η οποία θα είδε στη μορφή του «μεγαλόσωμου Γερμανού με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια» ένα από τα παιδιά της, η φιλοξενία και η αποδοχή, η προστασία, η οποία του προσφέρθηκε από όλο χωριό Μουζάκι, θα πρέπει να αποδοθεί στις υψηλότερες αρετές του ζακυνθινού λαού! Είναι αυτός ο λαός, στον οποίο αναφέρεται ο Κ. Καβάφης στο:

«Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες»:  

  • Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν, 

 «Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε για σας.

 Έτσι θαυμάσιος θα ’ναι ο έπαινός σας.-  

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ –  ΠΗΓΕΣ

  1. Αρχείο οικογένειας Κούτση,  αδημοσίευτο
  2. Διον. Στραβόλεμος «Η ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ», Ζάκυνθος 1949
  3. Παναγιώτης (Τάκης) Πομόνης – Χούσος: «Σκόρπιες μαρτυρίες», ανέκδοτο κείμενο, ΑΣΚΙ
  4. Θέμης  Μαρίνος: «ΜΥΣΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ (1944), Ίκαρος, Αθήνα, 2013,
  5. Χρίστου Βισβάρδη – Μουργιέ: «ότι γράφω είναι αλήθεια», αδημοσίευτες ιστορικές σημειώσεις, αρχείο Σταύρου Βισβάρδη.
  6. Πέτρου Πετράτου «Ο ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ JOSEF REITZLE ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ», πρακτικά ΙΑ Πανιονίου Συνεδρίου, Κεφαλονιά, 2018

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αναλυτικά η ιστορική Διακήρυξη της ΝΕ Ζακύνθου του ΕΑΜ στις 25 Σεπτεμβρίου 1944


ΕΘΝΙΚΟ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ

ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

​Δ Ι Α Κ Η Ρ Υ Ξ Η

​Προς τὸ Ζακυνθινὸ Λαό,

​Ὁ Ἥλιος τῆς λευτεριᾶς φωτίζει τώρα τὸ νησί μας καὶ ἄρχισε νὰ ἁπλώνεται σιγὰ-σιγά καὶ στὴν λοιπὴ Ἑλλάδα.

Ὁ Ἡρωϊκὸς καὶ πολυβασανισμένος Ἑλληνικὸς Λαὸς συσπειρωμένος γύρω ἀπὸ τὶς ἐθνικοαπελευθερωτικές του ὀργανώσεις ΕΑΜ—ΕΛΑΣ—ΕΠΟΝ—ΕΑ, ἄρχισε πρὸ τριετίας τὸν τιτάνειο ἀγῶνα του γιὰ τὴν ἐθνική του ἀπελευθέρωση.

Ὁ ΕΑΜικὸς ἀγώνας, στὴν ἀρχὴ περιορισμένος, ἐδιώχθη ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ τοὺς προδότες συνεργάτες τους, συκοφαντήθη ἀπὸ τοὺς κακοὺς καὶ τοὺς ἐκμεταλλευτὲς τοῦ λαοῦ, μὰ στὸ τέλος θέριεψε καὶ μεταβλήθηκε σὲ πραγματικὸ ἐθνικὸ συναγερμό, γιατὶ ἦταν ὁ μόνος τίμιος, ἀληθινός, ἠθικὸς καὶ δίκαιος ἀγώνας ποὺ βρῆκε ἀπήχηση μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ λαοῦ.

Ὁμαδικὲς ἐκτελέσεις, φυλακές, φωτιά, ξύλο, πείνα, δυστυχία, κανένα ἀπὸ τὰ βάρβαρα καὶ ἀπάνθρωπα μέσα ποὺ μεταχειρίστηκε ὁ κατακτητὴς δὲν κατώρθωσαν νὰ τὸν λυγίσουν. Τὸ ΕΑΜ ἀγωνίστηκε ἀγῶνα ἀμείλιχο καὶ χωρὶς συμβιβασμούς. Ὅλες οἱ συκοφαντίες κατέπεσαν ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη, καὶ κατάφερε νὰ πείσει καὶ τοὺς πιὸ ἀδιόρθωτους ἀρνητές του, γιὰ τοὺς εἰλικρινεῖς του σκοποὺς καὶ γιὰ τὸν ἀνιδιοτελή ἀγῶνα ποὺ διεξήγαγε. Καὶ ἔτσι, μὲ τὶς ἀπαράμιλλες θυσίες του, ἐπέτυχε στὴν Ἑλλάδα, μὰ κι’ ἔξω ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ποὺ ἦταν ἀπαραίτητη γιὰ τὴν καλύτερη διεξαγωγὴ τοῦ ἀγῶνα.

Σήμερα ποὺ ὁ ἀγώνας τῆς ἀπελευθέρωσης ἐγγίζει πρὸς τὸ τέρμα του, μὰ βρίσκεται καὶ στὸ κορύφωμά του, τώρα ποὺ ἔπαψαν νὰ στέκωνται οἱ μεμψιμοιρίες γιὰ τὶς θυσίες κανείς, μὰ κανεὶς δὲ δικαιολογεῖται νὰ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ ΕΑΜ.

Ὁ ἀγώνας συνεχίζεται καὶ θὰ συνεχιστεῖ γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἐθνικῆς λευτεριᾶς καὶ γιὰ τὴν κατοχύρωσή της μὲ τὴ λαοκρατία. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ΕΑΜ, εἶναι τόσο πλατειὲς καὶ φιλελεύθερες ποὺ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ σταθεῖ καμμιὰ δικαιολογία ταπεινή, σὰ πρόσχημα γιὰ κείνους ποὺ θὰ ἀρνηθοῦν καὶ γιὰ τελευταία φορὰ νὰ συμμετάσχουν.

Ὅταν μερικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι, εἶναι οὐδέτεροι ἢ προβάλλουν ἄλλες ἀστήρικτες δικαιολογίες γιὰ τὴν ἄρνησή τους ἢ —ποὺ εἶναι καὶ τὸ χειρότερο— χωρίζουν τὸ λαὸ σὲ διάφορες κομματικὲς ἀποχρώσεις καὶ καλλιεργοῦν τὸ μῖσος καὶ τὴ διαίρεση, ἂς γνωρίζουν ὅτι ὁ λαὸς δὲ γελιέται. Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ πάντα εἴχανε συμφέροντα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ διαίρεση, εἶναι οἱ ἐκμεταλλευτὲς τῆς δυστυχίας του, εἶναι οἱ πολεμιούδες τῆς ἐθνικῆς ἑνότητας γιὰ τὴν ὁποία ἐμεῖς τόσο ἀγωνιστήκαμε καὶ γιὰ τὴν ὁποία ποτὲ τὸ Ἔθνος δὲν εἶχε μεγαλύτερη ἀνάγκη ἀπὸ σήμερα, εἶναι συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα ὄργανα τῆς ἐχθρικῆς προπαγάνδας.

Δὲν εἶναι νοητό, οὔτε δυνατὸ νὰ εἶναι κανεὶς οὐδέτερος προκειμένου γιὰ τὴ λευτεριά του, γιατὶ φανερώνει ραγιαδισμὸ καὶ δουλοπρέπεια ποὺ δὲν ἁρμόζει σὲ ἀληθινοὺς Ἕλληνες. Ὁ λαός, ὅσος ἀκόμη παρασύρεται ἀπὸ τοὺς κήρυκες αὐτῶν τῶν διασπαστικῶν συνθημάτων, ὀφείλει νὰ τοὺς ἐγκαταλείψει.

Τὸ ΕΑΜ, ποὺ σήμερα ἀντιπροσωπεύει τὸ σύνολο τοῦ Ἔθνους, γιὰ τελευταία φορά, συγχωρεῖ ὅλους ἐκείνους ποὺ μέχρι τώρα ἐλησμόνησαν νὰ πράξουν τὸ πατριωτικό τους καθῆκον καὶ ἀνοίγει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ διάπλατα τὶς πόρτες του καὶ τοὺς καλεῖ νὰ ὀργανωθοῦν στὶς τάξεις του ἀνεξαρτήτως κομματικῶν ἀποχρώσεων γιὰ τὴ συνέχιση καὶ ἀποπεράτωση τοῦ ἀγῶνα γιὰ τὴν Ἐθνική μας λευτεριὰ καὶ τὴ λαοκρατία.

Ὁ καθένας καλεῖται νὰ προσφέρει ὅ,τι μπορεῖ ἀνάλογα μὲ τὴ σωματική, τὴν πνευματικὴ καὶ τὴν οἰκονομική του δύναμη.

​Ὅταν ὁ πολεμικὸς σάλος κοπάσει καὶ οἱ Ἕλληνες βρεθοῦμε μόνοι μας, ποὺ θὰ γίνει ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ τί προσέφερε ὁ καθένας, θὰ εἶναι αἰώνιο καὶ ἀνεξάλειπτο τὸ αἶσχος ἐκείνων ποὺ δὲ θὰ μποροῦν νὰ ἐπιδείξουν τίποτα.

Ὅλοι λοιπὸν μαζί, ὁ κλῆρος, οἱ διανοούμενοι, οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἀγρότες κι’ οἱ ἐργάτες, ἂς γίνουμε κήρυκες τῆς ἑνότητας τοῦ λαοῦ μας καὶ ἂς ἐνταχθοῦμε στὶς γραμμὲς τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀπελευθερωτικοῦ Μετώπου γιὰ νὰ δώσουμε τὴν τελική μάχη, τὴ μάχη τῆς λευτεριᾶς καὶ τῆς λαοκρατίας.

​Ζάκυνθος 25 Σεπτεμβρίου 1944

​Ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπὴ

Ὁ Ἐπίτιμος Πρόεδρος † Ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος

Ὁ Πρόεδρος Νίκος Κούτσης

Ὁ Γραμματέας Σπύρος Σούλης

​Τὰ Μέλη * Θ. Ἀσκούνης, Π. Μποζίκης * Δ. Βλασσόπουλος, Κ. Ραζῆς * Γεώργ. Μελησσηνός, Δ. Ε. Μυλωνᾶς * Δ. Λέφας, Ν. Μπαγδατόπουλος * Δ. Καπανδρίτης, Φ. Γουργουράκης * Τ. Ἀγαλιώτης


Ανακάλυψε περισσότερα από ΣΥΡΙΖA - Προοδευτική Συμμαχία - ΝΕ Ζακύνθου

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τις τελευταίες αναρτήσεις στο email σας.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ανακάλυψε περισσότερα από ΣΥΡΙΖA - Προοδευτική Συμμαχία - ΝΕ Ζακύνθου

Εγγράψου τώρα για να συνεχίσεις να διαβάζεις και να αποκτήσεις πρόσβαση στο πλήρες αρχείο.

Συνεχίστε την ανάγνωση