Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είναι ο ορισμός της θεσμικής και πολιτικής διαπλοκής κυβερνήσεων και οικονομικών συμφερόντων // Γιατί είναι ουσι 6αστικά θεσμική η πρόταση της ΕΛ.Α.Σ.

Τα μη εξυπηρετούμενα κομματικά δάνεια ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είναι ο ορισμός της θεσμικής και πολιτικής διαπλοκής κυβερνήσεων και οικονομικών συμφερόντων

Γιατί είναι ουσιαστικά θεσμική η πρόταση της ΕΛ.Α.Σ.

Τα τραπεζικά χρέη της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, που ξεπερνούν συνολικά το 1,1 δισ. ευρώ, δεν αποτελούν μια απλή οικονομική εκκρεμότητα του παρελθόντος. Είναι ένα σοβαρό ζήτημα δημοκρατίας, ισονομίας και πολιτικής αξιοπιστίας.

Η βασική απάντηση των δύο κομμάτων είναι ότι πρόκειται για παλιά δάνεια, τα οποία αυξάνονται λόγω τόκων και επιβαρύνσεων, αλλά θεωρούνται εξυπηρετούμενα επειδή καταβάλλονται οι προβλεπόμενες δόσεις των ρυθμίσεων.

Αυτή η εξήγηση, όμως, γεννά το βασικό ερώτημα:

Πώς μπορεί να θεωρείται εξυπηρετούμενη μια οφειλή, όταν αντί να μειώνεται αυξάνεται συνεχώς;

Η ουσία μιας πραγματικής ρύθμισης δεν είναι απλώς να καταβάλλεται ένα οποιοδήποτε ποσό. Είναι οι πληρωμές να καλύπτουν τουλάχιστον τους τόκους, να μειώνουν σταδιακά το κεφάλαιο και να οδηγούν σε έναν συγκεκριμένο ορίζοντα εξόφλησης.

Όταν οι καταβολές δεν επαρκούν ούτε για τους τόκους και το συνολικό χρέος διογκώνεται κάθε χρόνο, δεν υπάρχει πραγματική αποπληρωμή. Υπάρχει μια διαρκής ανακύκλωση του χρέους, χωρίς εμφανή προοπτική εξόφλησης.

Μια ρύθμιση που δεν προσφέρεται στους πολίτες

Θα μπορούσε ένας κοινός δανειολήπτης, μια οικογένεια ή μια μικρομεσαία επιχείρηση να πληρώνει επί χρόνια λιγότερα από τους τόκους, να βλέπει το χρέος της να αυξάνεται και ταυτόχρονα να θεωρείται συνεπής;

Η απάντηση είναι προφανής.

Όταν ένας πολίτης δεν μπορεί να ανταποκριθεί στους όρους μιας ρύθμισης, το δάνειο μπορεί να καταγγελθεί. Ακολουθούν διαταγές πληρωμής, δεσμεύσεις λογαριασμών, κατασχέσεις και πλειστηριασμοί.

Ο ιδιώτης δεν μπορεί να δηλώσει:

«Πληρώνω όσα μπορώ, το χρέος μου αυξάνεται και πιθανότατα δεν θα εξοφληθεί ποτέ, αλλά πρέπει να συνεχίσετε να με θεωρείτε συνεπή».

Ακόμη και οι θεσμοθετημένοι μηχανισμοί ρύθμισης ιδιωτικών χρεών προβλέπουν αυστηρούς όρους, έλεγχο εισοδημάτων και περιουσίας και συγκεκριμένες συνέπειες όταν δεν τηρούνται οι δόσεις.

Για τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, αντίθετα, φαίνεται να έχει διαμορφωθεί ένα ιδιότυπο καθεστώς ανοχής: πληρώνεται ένα μέρος της οφειλής, οι τόκοι προστίθενται, το χρέος αυξάνεται και παρ’ όλα αυτά παρουσιάζεται ως κανονικά εξυπηρετούμενο.

Αυτή η μεταχείριση δεν είναι απλώς ευνοϊκή. Είναι προκλητικά προνομιακή σε σχέση με όσα αντιμετωπίζει καθημερινά ο συνηθισμένος δανειολήπτης.

Η σχέση πολιτικής εξουσίας και τραπεζών

Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο επειδή αφορά τα δύο κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα για το μεγαλύτερο μέρος της Μεταπολίτευσης.

Οι κυβερνήσεις τους έλαβαν αποφάσεις κρίσιμες για το τραπεζικό σύστημα: ανακεφαλαιοποιήσεις με δημόσιους πόρους, κρατικές εγγυήσεις, αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων και μεταφορά τους σε funds και servicers.

Διαμόρφωσαν, παράλληλα, ένα θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει την αναγκαστική εκτέλεση και τους πλειστηριασμούς σε βάρος πολιτών και επιχειρήσεων.

Από τη μία πλευρά, λοιπόν, τα κόμματα που ασκούν κυβερνητική εξουσία αποφασίζουν για τη λειτουργία και την προστασία των τραπεζών.

Από την άλλη, τα ίδια κόμματα χρωστούν στις τράπεζες περισσότερα από 1,1 δισ. ευρώ και απολαμβάνουν ρυθμίσεις που επιτρέπουν στις οφειλές τους να αυξάνονται χωρίς να υφίστανται τις συνέπειες που θα αντιμετώπιζε οποιοσδήποτε άλλος οφειλέτης.

Αυτό είναι ο ορισμός της θεσμικής και πολιτικής διαπλοκής ανάμεσα στην κυβερνητική εξουσία και στα οικονομικά συμφέροντα.

Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί μια παράνομη συμφωνία κάτω από το τραπέζι για να αναγνωριστεί η διαπλοκή. Αρκεί η ύπαρξη μιας σταθερής σχέσης αμοιβαίας εξάρτησης και προνομιακής μεταχείρισης.

Οι κυβερνήσεις ρυθμίζουν το πλαίσιο λειτουργίας των τραπεζών και οι τράπεζες διατηρούν σε λειτουργία, με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους, κόμματα που τους χρωστούν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.

Δεν είναι απλώς «παλιά χρέη»

Ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για παλιά δάνεια δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο άλλοθι.

Μπορεί τα αρχικά δάνεια να χορηγήθηκαν πριν από πολλά χρόνια. Όταν, όμως, οι τόκοι και οι επιβαρύνσεις αυξάνουν σήμερα τη συνολική οφειλή, το πρόβλημα είναι απολύτως σημερινό.

Το ότι δεν χορηγείται νέο κεφάλαιο δεν σημαίνει ότι δεν δημιουργείται νέο χρέος. Κάθε νέος τόκος που κεφαλαιοποιείται αυξάνει το ποσό που τελικά οφείλεται.

Αν, επομένως, οι καταβολές των κομμάτων δεν επαρκούν ώστε να αρχίσει να μειώνεται η συνολική οφειλή, οι υπάρχουσες ρυθμίσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν βιώσιμες.

Μια οφειλή δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα «κανονικά εξυπηρετούμενη» και πρακτικά αδύνατον να εξοφληθεί.

Η θεσμική πρόταση της ΕΛ.Α.Σ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης δεν είναι απλώς μια επικοινωνιακή πρόκληση προς τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Είναι μια συγκεκριμένη θεσμική πρόταση.

Η ΕΛ.Α.Σ. προτείνει το 80% της τακτικής κρατικής χρηματοδότησης των υπερχρεωμένων κομμάτων να κατευθύνεται υποχρεωτικά στην αποπληρωμή των τραπεζικών τους δανείων.

Προτείνει επίσης όσοι εκλέγονται με αυτά τα κόμματα —βουλευτές, ευρωβουλευτές και αιρετοί— να συμβάλλουν ουσιαστικά στην αποπληρωμή των κομματικών χρεών μέσω μέρους των αποζημιώσεών τους.

Παράλληλα, ζητά την ετήσια δημοσιοποίηση όλων των στοιχείων, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν:

Πόσα χρωστά κάθε κόμμα, πόσα πληρώνει, πόσα χρήματα κατευθύνονται στους τόκους, πόσο μειώνεται το κεφάλαιο και ποιο είναι το πραγματικό χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής.

Η πρόταση δεν ζητά διαγραφή των χρεών ούτε μια ακόμη χαριστική ρύθμιση. Ζητά το δημόσιο χρήμα που εισπράττουν τα υπερχρεωμένα κόμματα να χρησιμοποιείται κατά προτεραιότητα για την εξόφληση των υποχρεώσεών τους.

Μεταφέρει, δηλαδή, το βάρος εκεί όπου ανήκει: στα ίδια τα κόμματα και στα πολιτικά στελέχη που εκλέγονται, αμείβονται και ασκούν εξουσία μέσω αυτών.

Ίδιοι κανόνες για όλους

Δεν μπορεί ένα κόμμα να ζητά από τους πολίτες συνέπεια, να νομοθετεί αυστηρούς κανόνες για τα κόκκινα δάνεια και να επιτρέπει πλειστηριασμούς κατοικιών, όταν το ίδιο χρωστά εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και οι οφειλές του αυξάνονται συνεχώς.

Δεν μπορεί να ισχύει ένας κανόνας για την κοινωνία και ένας διαφορετικός για τα κόμματα εξουσίας.

Και δεν μπορεί οι κυβερνήσεις που αποφασίζουν για τις τράπεζες να είναι ταυτόχρονα οι μεγαλύτεροι και προνομιακά μεταχειριζόμενοι οφειλέτες τους.

Η πρόταση της ΕΛ.Α.Σ. είναι θεσμική ακριβώς επειδή επιχειρεί να σπάσει αυτή τη σχέση αμοιβαίας εξάρτησης.

Θέτει έναν απλό και καθαρό κανόνα:

Τα κόμματα που χρωστούν πρέπει να αποπληρώνουν πραγματικά τα χρέη τους. Η κρατική χρηματοδότηση πρέπει να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα στην εξόφλησή τους και οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν αν οι οφειλές μειώνονται ή συνεχίζουν να αυξάνονται.

Δεν ζητείται τίποτε περισσότερο από όσα οι ίδιες οι κυβερνήσεις απαιτούν καθημερινά από τους πολίτες:

Συνέπεια, υπευθυνότητα, διαφάνεια, λογοδοσία και ίδιοι κανόνες για όλους.


Discover more from

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Απάντηση

Discover more from

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading