Ο Ιταλός  στρατιώτης  Giuseppe  Benincasa  στη  Ζάκυνθο, μέσα από την αυτοβιογραφία του Memorie di Cefalonia // Ιστορική Έρευνα του Διονυσίου Π. Πομονη*


Είναι πολύ γνωστό το μυθιστόρημα του Λουί ντε Μπερνιέρ  «ΤΟ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ ΤΟΥ ΛΟΧΑΓΟΥ ΚΟΡΕΛΙ»,  ένα ρομάντζο με σκηνικό τη Κεφαλονιά, που εξελίσσεται στη διάρκεια της Ιταλικής κατοχής. Το μυθιστόρημα που αποτέλεσε τη βάση του σεναρίου για την ομώνυμη ταινία, με τον Νίκολας Κέιτζ στο ρόλο του πρωταγωνιστή. Αν δεν είχε προηγηθεί έκδοση του, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο Μπερνιέρ το εμπνεύστηκε από την περίπτωση του Giuseppe Benincasa! Η ιστορία – περιπέτεια του Ιταλού στρατιώτη  Giuseppe Benincasa μπορεί να έχει κοινά στοιχεία με το μυθιστόρημα, αλλά δεν είναι μύθος. Ακόμη δεν είναι μια από τις άπειρες τραγικές ιστορίες του 2ου παγκοσμίου πολέμου με τα ποτάμια αίματος, τις ανθρωποθυσίες, το ολοκαύτωμα κ.τ.λ., αλλά είναι μια ιστορία με αίσιο τέλος. Αλλά είναι μια αληθινή ιστορία, τη μεταφέρω εδώ, όπως τουλάχιστον μας τη κατέγραψε ο ίδιος!

Ο Giuseppe Benincasa ήλθε στη Ζάκυνθο σαν στρατιώτης του φασισμού, όχι μόνο για να τη κατακτήσει, αλλά και να τη προσαρτήσει. Τα νησιά «θα γίνονταν ιταλικά στο τέλος του πολέμου, με κυβερνήτη ο οποίος, εκείνη την εποχή, είχε ήδη διορισθεί» θα γράψει ο ίδιος. Από τη Ζάκυνθο θα μετακινηθεί στη Κεφαλονιά, θα συναντήσει τη σφαίρα του εκτελεστικού αποσπάσματος των πρώην συμμάχων του Γερμανών το Σεπτέμβρη του 1943, θα σωθεί τραυματισμένος, καλυμμένος από τα σώματα των νεκρών συμπατριωτών του! Θα δεχτεί τη περίθαλψη και τη προστασία των πρώην αντιπάλων του, των ανταρτών του ΕΛΑΣ, θα ερωτευθεί και θα παντρευτεί μια Κεφαλλονίτισσα, τη Μαρία Λάλλη, «μόνη θεά και αναντικατάστατη σύντροφο της ζωής του». Θα επαναπατριστεί το 1944 για να συναντήσει τη κοινή μοίρα του ευρωπαϊκού νότου, τη φτώχεια. Θα μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, όπου θα περάσουν τη υπόλοιπη ζωή τους.Αλλά:

  • Πως διανύεται αυτή η εντυπωσιακή περιπετειώδης πορεία;
  • Πως κινείται ο άνθρωπος μέσα στους δρόμους της τύχης και της ιστορίας;
  • Πως σηκώνεται ένας από το εκτελεστικό απόσπασμα για να ερωτευτεί και να κάνει σύντροφο της ζωής του μια γυναίκα, που δεν μιλάει ούτε τη γλώσσα της;
  • Από ποίο «ευγενές μέταλλο» ήταν καμωμένος ο  Giuseppe Benincasa, που από μέσα στο φοβερό καμίνι του 2ου παγκοσμίου πολέμου μπόρεσε και «επαναχυτεύθηκε»;

O πρόεδρος της Ιταλικής δημοκρατίας G. Napolitano το 2012 σε επίσημη τελετή θα ανακηρύξει τoν G. Benincasa «Ιππότη της Δημοκρατίας». Ο G. Benincasa πέθανε σε ηλικία 97 ετών στο Κλιφσάιντ Παρκ του Νιου Τζέρσεϊ των ΗΠΑ, όπου ζούσε.

Ας παρακολουθήσουμε τη ιστορία του εντάσσοντας τη στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Μιας εποχής ιστορικά τόσο κοντινής, αλλά και ταυτόχρονα μακρινής για το σημερινό αναγνώστη, πόσο μάλλον το Ζακυνθινό!  

Μέρες πολέμου και κατοχής

Μετά τη κατάρρευση του Ελληνογερμανικού μετώπου και τη συνθηκολόγηση του στρατηγού Τσολάκογλου στις 27 Απριλίου 1941, η χώρα μοιράστηκε στους τρεις κυρίαρχους, με τους Ιταλούς να παίρνουν το 60% του εδάφους, Ως ήταν αναμενόμενο τα Επτάνησα συμπεριελήφθησαν στην  αποκλειστική ζώνη κατοχής τους. Στα σχέδια του Μουσολίνι ήταν η γέννηση μιας φασιστικής αυτοκρατορικής ενότητας στη Μεσόγειο, οργανωμένης  γύρω από τη μεγάλη Ιταλία.  

Ενώ η κατάληψη της Ελλάδας από τους Ιταλούς, μάλλον η παραλαβή της από τους Γερμανούς ήταν αργή, μόλις στις 25 Ιουνίου εγκαταστάθηκε η Ιταλική Διοίκηση στην Αθήνα, η προέλαση της μεραρχίας Acqui, η οποία κατέλαβε τα Επτάνησα ήταν γρήγορη! Στις 28 Απριλίου κατελήφθη η Κέρκυρα, αφού εγκαταλείφθηκαν οι σκέψεις αντίστασης από το 10ο Σύνταγμα Πεζικού που έδρευε εκεί, στις 30 Απριλίου κατελήφθη η Κεφαλονιά, ενώ ένα τάγμα μελανοχιτώνων στάλθηκε άρον – άρον στην Λευκάδα, γιατί υπήρχε φόβος μήπως φτάσουν εκεί πρώτοι οι σύμμαχοι Γερμανοί! Υποστηρίζεται ότι επιλέχθηκε η 1η Μαΐου για την κατάληψη της Ζακύνθου, ώστε να συμπέσει με τη ημερομηνία  κατάληψης του νησιού από τους Βενετούς, την 1η Μαΐου 1485. Η σύμπτωση οφείλεται στα παιχνίδια της ιστορίας, παρόλο που η ιταλική προπαγάνδα είχε ανασύρει από τα βάθη της το Βενετσιάνικο παρελθόν των νησιών και εμφάνιζε την κατάκτηση τους σαν απελευθέρωση από τη ελληνική κυριαρχία. Τη 1η Μαΐου 1945 η Ζάκυνθος συνάντησε τον ιταλικό φασισμό που ήρθε, όχι μόνο να τη κατακτήσει, αλλά να την προσαρτήσει και να την ενσωματώσει στην Ιταλία.

Στις 11.00 το πρωί, ένα υδροπλάνο αφού διέγραψε κύκλους πάνω από τη πόλη, προσθαλασσώνεται στο: «μπαστούνι του Αγίου» μεταφέροντας τον ταγματάρχη Mario Zaninovich (Mάριο Τζανίνοβιτς) και το επιτελείο του, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντα του στρατιωτικού Διοικητή του νησιού. Ήρθε να παραλάβει το νησί «εν ονόματι του Βασιλέως – Αυτοκράτορος Βίκτωρος Εμμανουήλ Γ» και να υποσχεθεί με την προκήρυξη  που κυκλοφόρησε  την ίδια ημέρα ότι: « η ειρήνη επανήλθε δια πάντοτε εις τας Ιονίους νήσους και με αυτήν θα επανέλθουν η εργασία και η ευτυχία ».

Πολύ γρήγορα την 5η Μαΐου, όταν ο Messe ανακοίνωσε ότι η μεραρχία Acqui θα ανελάμβανε τα νησιά του Ιονίου, ο Μάριο Τζανίνοβιτς αντικαθίσταται από τον αντισυνταγματάρχη Ιγνάτιο Μπατάλια. Η μεραρχία θα διαθέσει 4 τάγματα μελανοχιτώνων για τη κατάληψη των νησιών. Αυτή η διάταξη των ιταλικών δυνάμεων θα διατηρηθεί έως τον Αύγουστο του 1941, όταν θα έχουμε αναδιάταξη των δυνάμεων, οπότε η έδρα της μεραρχίας μεταφέρεται από τη Κέρκυρα στη Κεφαλονιά. Το 1942 οι ιταλικές μεραρχίες αυξάνουν τη δύναμη τους κατά 1 σύνταγμα. Στη Acqui θα προστεθεί και το 317ο Σύνταγμα Πεζικού το οποίο θα αναλάβει τη φρουρά της Ζακύνθου. Με την άφιξη του συντάγματος στη Ζάκυνθο θα συσταθεί για τις ανάγκες της ψυχαγωγίας του στρατεύματος ορχήστρα. Είναι η εποχή που ο πόλεμος έχει «απομακρυνθεί» από τους ευνοημένους στρατιώτες και  αξιωματικούς της μεραρχίας Acqui! Κάθε βράδυ η λέσχη των ιταλών αξιωματικών, αλλά και το περίφημο καφενείο «Χρυσούς Αλέκτωρ» και το ξενοδοχείο «Τουρίστ» κ.α. μετατρέπονται σε κέντρα διασκέδασης. Εκεί οι Ιταλοί αξιωματικοί και αξιωματούχοι της φασιστικής διοίκησης διασκεδάζουν, χορεύουν, και «ντονιάρουν».

Ο Giuseppe Benincasa στο Ιόνιο

Όπως θα γράψει ο ίδιος: «Ήταν μια υπέροχη εποχή: ο πόλεμος ήταν μακριά μας και τη διασκέδαση, από την άλλη πλευρά, την είχαμε κοντά μας».

Ο Giuseppe Benincasa γεννήθηκε στο Καστρονόβο (Castronovo) της Σικελίας στις 22 Οκτωβρίου 1922, και στρατεύτηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1942. Αρχικά τοποθετήθηκε στο 36ο Μηχανοκίνητο Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Πιστόια, το Σεπτέμβριο μετατέθηκε στο 317ο Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Acqui, και μετακινήθηκε μαζί του στη Ζάκυνθο. Αφού απέδειξε την ικανότητά του να παίζει τρομπέτα, ερμηνεύοντας αριστοτεχνικά το «Casta diva» από τη Νόρμα του Μπελίνι, τοποθετήθηκε στον Λόχο Διοίκησης και προστέθηκε στην μπάντα του Συντάγματος. Στη Ζάκυνθο παρέμεινε έως στις 13 Φεβρουαρίου 1943, όταν ο Λόχος Διοίκησης, η μπάντα και το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης του 317ου Συντάγματος μεταφέρθηκαν στην Κεφαλονιά. Αυτό υπήρξε απόφαση της νέας διοίκησης της μεραρχίας Acqui από το στρατηγό Ernesto Chiminello.Με βάση τα στοιχεία που έστειλε η μεραρχία στην Ιταλία το Νοέμβριο του 1942 στη Ζάκυνθο βρίσκονται 3.300 άνδρες, ενώ η δύναμη της ιταλικής φρουράς, η οποία παραδόθηκε χωρίς αντίσταση τους πρώην συμμάχους Γερμανούς το Σεπτέμβριο του 1943, ανερχόταν σε 4.250.

Αν η διαμονή του στη Ζάκυνθο υπήρξε «υπέροχη», στη Κεφαλονιά η τύχη του χαμογέλασε διπλά! Ο G. Benincasa σώθηκε από τη φοβερή σφαγή του Σεπτεμβρίου του 1943 προσποιούμενος τον νεκρό ανάμεσα στα σώματα των σκοτωμένων συντρόφων του. «Λιποθύμησα», έγραψε στο βιβλίο του, «από πόνο και απελπισία. Όταν ξύπνησα, ήταν σκοτάδι. Βρήκα τον εαυτό μου καλυμμένο με αίμα, με πτώματα πάνω και γύρω μου». Σώθηκε με τη βοήθεια ενός από τους καλύτερούς του φίλους, του Τζόρτζιο Ράσις, ο οποίος σύντομα τον έφερε σε επαφή με τους ηγέτες της ελληνικής αντίστασης.

Ένας «αληθινός Έλληνας, αλλά με Σικελική καρδιά»!

Στη συνέχεια τον φιλοξένησαν, τον φρόντισαν και τον βοήθησαν αρκετοί Έλληνες, ιδίως o πρόεδρος της κοινότητας Βαλσαμάτων, ο οποίος τον προμήθευσε και πλαστή ταυτότητα με το όνομα Γεώργιος Γιαννόπουλος (Jiorgo Jiannapulo). «Ένας αντάρτης διοικητής του ΕΛΑΣ, του επιχειρησιακού βραχίονα του (κομμουνιστικά εμπνευσμένου) ΕΑΜ, μου έδωσε τα προσωπικά στοιχεία ενός πεθαμένου, του Τζιόργκο Γιαννόπουλο. Αυτό μου επέτρεψε να ενταχθώ στους ντόπιους κατοίκους του νησιού, ειδικά επειδή είχα αρχίσει να μιλάω τη γλώσσα τους. Η κατάταξή μου στον ΕΛΑΣ και ο γάμος μου με τη Μαρία με έκαναν αληθινό Έλληνα, αλλά με Σικελική καρδιά». Η τύχη συνέχισε να του χαμογελάει! Στη Κεφαλονιά γνώρισε τη Μαρία Λάλλη, την οποία και παντρεύτηκε. Η Μαρία τον ακολούθησε στη Σικελία και τις Ηνωμένες Πολιτείες στο τέλος του πολέμου.

Ένας γάμος σε ειδικές συνθήκες με τη «μόνη θεά και αναντικατάστατη σύντροφο της ζωής του».

Ο G. Benincasa επαναπατρίστηκε στις 10/11/1944 μαζί με 1.150 Ιταλούς οι οποίοι διασώθηκαν, είτε γιατί παρέμειναν στη υπηρεσία των Γερμανών, είτε γιατί κρύφθηκαν στα βουνά προσχωρώντας στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Δυσκολία υπήρξε προκειμένου να τον ακολουθήσει η Μαρία στο ταξίδι του επαναπατρισμού. Δεν ήταν επιτρεπτό να μεταναστεύσει εκτός και εάν ήταν παντρεμένοι. Ο Θ. Μαρίνος, αρχηγός της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής (ΣΣΑ) στη Κεφαλονιά, διαχειρίστηκε από τη θέση του την προώθηση των Ιταλών στη πατρίδα τους. Στο βιβλίο του περιγράφει λεπτομερώς τα γεγονότα: «Λόγω της μακροχρόνιας παραμονής τους στην Κεφαλονιά αλλά και της αδυναμίας τους προς το ωραίο φύλο, οι περισσότεροι Ιταλοί στρατιώτες είχαν αναπτύξει στενές σχέσεις με ντόπιες γυναίκες (!), ιδιαίτερα ελευθερίων ηθών, διότι ήταν τακτικοί θαμώνες των οίκων ανοχής. Μερικοί συνήθιζαν να υπόσχονται γάμο στις φίλες τους, ασχέτως αν το εννοούσαν. Το ΕΑΜ δεν είχε αντίρρηση να πάρουν οι Ιταλοί τις γυναίκες, αλλά ο πολιτικός διοικητής Μενάγιας αντέτεινε πως οι γυναίκες δεν μπορούσαν να φύγουν από την Ελλάδα χωρίς την έγκριση του Υπουργείου Εξωτερικών και χωρίς διαβατήριο. Επιπλέον, υπήρχε ακόμη εμπόλεμη κατάσταση, που απαγόρευε την έξοδο Ελλήνων από τη χώρα. Προς επίλυση του προβλήματος των γυναικών αποφάσισα να θέσω το θέμα της εξόδου τους στην Ελληνική Κυβέρνηση, μέσω Καϊρου, ζητώντας σχετικές οδηγίες. Το Υπουργείο Εξωτερικών απήντησε εμπιστευτικά ότι δεν συμφωνούσε με τους γάμους Ελληνίδων της Κεφαλονιάς με Ιταλούς,  διότι έτσι θα αναπτύσσονταν συγγενικοί δεσμοί μεταξύ Ιταλίας και Επτανήσου, στην οποία πάντα αυτή είχε βλέψεις».

 « Η έγκριση της κυβερνήσεως που είχαμε πάρει ήταν [να γίνει η αναχώρηση των γυναικών] υπό τη προϋπόθεση ότι θα τους είχαν νυμφευθεί, πράγμα που δεν είχε γίνει ακόμη. Η μόνη λύση ήταν να παντρευτούν στη προκυμαία, πριν τη επιβίβαση στα πλοία και όχι μόνο καθολικά αλλά και ορθόδοξα »!

«Η επιβίβαση στα ιταλικά αντιτορπιλικά άρχισε επίσης ομαλά, μέχρι που εμφανίστηκαν οι νύφες με τους κουμπάρους τους. Οι γυναίκες φώναζαν όλες μαζί καλώντας τους φίλους τους, που όμως μερικοί δεν εμφανίζονταν, ενώ τους είχαν υποσχεθεί γάμο. Το θέαμα ήταν πρωτόγνωρο και κωμικοτραγικό, ιδίως όταν μαζί με τους κουμπάρους έφτασαν στην προβλήτα και οι ιερείς με τα πετραχήλια κι άρχισαν να στεφανώνουν εν τάχει τα ζευγάρια, που πήγαιναν από τον ένα ιερέα στον άλλο πριν επιβιβαστούν στο πλοίο. Οι φωνές συνεχίστηκαν εντονότερα από όσες γυναίκες δεν έβλεπαν να προσέρχονται οι μνηστήρες τους, που ήταν αρκετοί, αλλά μερικοί κατάφεραν να διαφύγουν στα πλοία πριν τους δουν. Ο Λάζαρης προσπαθούσε να ελέγξει την κατάσταση, ενώ ο Άγγλος ταγματάρχης είχε μείνει άναυδος μπροστά στο θέαμα. Ήταν σαν να παρακολουθούσε θεατρική κωμωδία, η οποία έφτασε στο αποκορύφωμα όταν έληξε η παράσταση και μερικές ιερόδουλες ξέμειναν στην ακτή χωρίς γαμπρό, στριγκλίζοντας κι εξαπολύοντας κατάρες σ’ εκείνους που τις εξαπάτησαν. Υπήρξε και μία περίπτωση απαγορεύσεως γάμου, όταν διεπιστώθη ότι ο γαμπρός ήταν νυμφευμένος στην Ιταλία. Τελικά έγιναν 23 γάμοι, εκ των οποίων 11 υπό του ορθοδόξου ιερέως και 12 υπό του καθολικού».

 Σε αυτές τις συνθήκες ευλογήθηκε ο γάμος  του Giuseppe και της Μαρίας, με  κουμπάρους το φίλο του Τζόρτζιο Ράσις και το Φώτη Γκαλιώτη, συγγενή της Μαρίας και  αντάρτη του ΕΛΑΣ, γάμος που κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής τους. Στο σχετικό κατάλογο από το αρχείο του Θ. Μαρίνου βρίσκονται ανάμεσα στα ζευγάρια της προκυμαίας του Αργοστολίου! Ένα μικρό σπίτι που κληρονόμησε Μαρία από τους γονείς της, υπήρξε η αφορμή ώστε το ζεύγος να επισκέπτεται για πολλά χρόνια το τόπο της σωτηρίας του.

Το ημερολόγιο ενός επιζώντος της μεραρχίας Acqui».

Το 2013 εκδόθηκε στο Παλέρμο το βιβλίο του G. Benincasa «Αναμνήσεις της Κεφαλονιάς: ημερολόγιο ενός επιζώντος της μεραρχίας Acqui». Το ημερολόγιο αποτελεί μια εξαιρετική μαρτυρία για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Κεφαλονιά, ειδικά μετά τις 8 Σεπτεμβρίου 1943. Η εκτύπωση αυτής της ιστορίας έχει ήδη κερδίσει το βραβείο Acqui Storia 2012.Εκεί θα αποτυπώσει την αλληλεγγύη και τη φιλοξενία του ελληνικού λαού, που κορυφώθηκαν με τη μεγάλη αγάπη για τη Maria Lalli.

To απόσπασμα που ακολουθεί περιγράφει τη ζωή του σαν στρατιώτης – μουσικός και τις συνθήκες στη κατεχόμενη Ζάκυνθο από τον Σεπτέμβριο του 1942 έως το Φεβρουάριο του 1943, όπου μετακινήθηκε με το 317ο σύνταγμα στη Κεφαλονιά.

Giuseppe Benincasa: Memorie di Kefalonia 

ΚΕΦΆΛΑΙΟ  II

ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΌ  ΈΔΑΦΟΣ

« Καθώς αποβιβαστήκαμε στο λιμάνι, ένας λοχίας μας ρωτούσε: «Όποιος είναι μουσικός, να έρθει μαζί μου». Εγώ και άλλοι πέντε σύντροφοι προσήλθαμε και μας οδήγησαν σε ένα κτίριο κοντά στο λιμάνι. Ήταν το κατάλυμα του Λόχου Διοίκησης, άρα και του μουσικού σώματος του συντάγματος. Μου έδωσαν δύο κουβέρτες και μου ανέθεσαν τη θέση δίπλα στην πόρτα του γραφείου εφοδιασμού. Το πάτωμα ήταν από ξύλο, όπως συμβαίνει σε όλα τα Επτάνησα, λόγω των σεισμών που εκεί γίνονται συχνά.

Στο κτίριο στεγαζόταν επίσης το θέατρο της πόλης της Ζακύνθου. Το δωμάτιο όπου βρισκόταν το γραφείο εφοδιασμού φιλοξενούσε επίσης το κατάλυμα του διοικητή του λόχου, του υπολοχαγού Giuseppe Triolo, επίσης Σικελού. Ως πολίτης, φαίνεται ότι ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου· για όλους μας ήταν ένας πραγματικός πατέρας, λάτρης της όμορφης μουσικής, μελαχρινός, με κατάμαυρα μουστάκια, με λίγα λόγια, ένας όμορφος άντρας. Για μένα, εκτός από φίλος, υπήρξε και κηδεμόνας.

Ο αρχηγός της μπάντας ήταν ένας αρχιλοχίας από τη Μάντοβα, τον έλεγαν Φρέττα, ένας νεαρός της δεκαετίας του 1920, τόσο μελαχρινός που έμοιαζε με νότιο, μουσικά μορφωμένος αλλά μέτριος στο παίξιμο της τρομπέτας. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αμέσως υπήρξε μια έλξη φιλίας και από τις δύο πλευρές. Αμέσως συνδεθήκαμε αδελφικά, τόσο με αυτόν όσο και με τους άλλους μουσικούς. Ήταν όλοι τους καλοί άνθρωποι, αλλά και πολύ καλοί εκτελεστές. Εμείς οι νεοφερμένοι δώσαμε πνοή στη μουσική του συντάγματος, τόσο πολύ που οργανώσαμε συναυλίες στην πλατεία.

Χάρη στον διοικητή του συντάγματος, ο οποίος μας παραχώρησε έναν χώρο τεσσάρων δωματίων σε ένα παραλιακό δρομάκι όχι μακριά από τη διοίκηση, δημιουργήσαμε μια μικρή ορχήστρα και οργανώσαμε μια πολυσύχναστη λέσχη μουσικής.

Οι καλόγριες της Ιερής Καρδιάς (Sacro Cuore) μας δάνεισαν ευγενικά ένα πιάνο και βρήκαμε επίσης κάποιον για να το παίξει, ονόματι Vignale, απόφοιτο σύνθεσης του Ωδείου της Πάρμας, ο οποίος αργότερα έγινε ο δάσκαλός μας. Χάρη στον Vignale, η μουσική μας έκανε ένα μεγάλο ποιοτικό άλμα. Ο αριθμός των μελών της ορχήστρας αυξήθηκε επίσης: γίναμε σαράντα πέντε. Δημιουργήσαμε επίσης τη μικρή ορχήστρα που πήγαινε στις διάφορες στρατιωτικές επιδείξεις. Ο θίασος ψυχαγωγούσε με χορευτικά τραγούδια τους στρατιώτες. Το πιο πολυζήτητο τραγούδι ήταν το “Mamma”, [Mamma son tanto felice] τόσο δημοφιλές εκείνη την εποχή που οι Έλληνες πίστευαν ότι ήταν ο εθνικός ύμνος της Ιταλίας. Έμαθαν κι αυτοί τη μελωδία και τους στίχους: σύντομα έγινε ο ύμνος του νησιού της Ζακύνθου.

Κάθε βράδυ στην πλατεία, όπου υπήρχε μια χάλκινη προτομή του Ugo Foscolo και ένα άγαλμα του Έλληνα ποιητή Σολωμού, μετά την υποστολή της σημαίας, παίζαμε. Αυτή η παράσταση της «μουσικής» στην πλατεία εκτιμήθηκε πολύ από τον πληθυσμό του νησιού, ο οποίος ανταπέδιδε με συνεχή αιτήματα για “bis” και χειροκροτήματα. Ο λοχίας Φρέττα και εγώ είχαμε επίσης το καθήκον να μεταγράψουμε και να επεξεργαστούμε το μουσικό ρεπερτόριο για τα άλλα όργανα.

Απέναντι από το στούντιο έμενε η οικογένεια Στρ. Ο οικογενειάρχης ο Δ.  ήταν ο φαροφύλακας στο λιμάνι της Ζακύνθου, όπως αποκαλούσαν το νησί οι ντόπιοι. Η σύζυγός του ονομαζόταν Χρ., μια γοητευτική και ευχάριστη γυναίκα. Μαζί τους ζούσε και η κουνιάδα της Θ., μια όμορφη γυναίκα και αδελφή του Δ., της οποίας ο σύζυγος εξέτιε ποινή φυλάκισης τριών ετών στην Πάτρα, επειδή κατά τη διάρκεια ενός καυγά είχε μαχαιρώσει έναν άνθρωπο. Δύο παιδιά ηλικίας δύο και τεσσάρων ετών συμπλήρωναν τους κατοίκους του σπιτιού.

Προς μεγάλη μου ευχαρίστηση, παρατήρησα ότι όταν ήμουν στο σπίτι, οι δύο γυναίκες με κοιτούσαν από το μπαλκόνι. Το πιο ευχάριστο όμως ήταν ότι με προσκαλούσαν στο σπίτι τους. Στην αρχή φοβήθηκα, γιατί οι αξιωματικοί μας είχαν προειδοποιήσει να μη βγαίνουμε με γυναίκες, εξαιτίας τόσων δυσάρεστων γεγονότων που είχαν συμβεί στη Σερβία. Δεν άντεξα στον πειρασμό, δεν είχα τη δύναμη να συγκρατήσω τη νεανική μου ορμή· με λίγες χειρονομίες, γιατί ακόμα δεν μιλούσα ελληνικά, έδωσα να καταλάβουν οι δύο γυναίκες ότι ήμουν πρόθυμος να τις επισκεφθώ το βράδυ. Ενημέρωσα για τη συμφωνία τον Φρέττα, που με συνόδευσε στο ραντεβού. Ο Φρέττα περίμενε στο δρόμο. Μόλις ανέβηκα τις σκάλες, στο κεφαλόσκαλο, βρήκα την Χ. και τη Θ. να με περιμένουν. Φοβήθηκα εκείνη τη στιγμή, ηρέμησα μόνο όταν τις είδα να με αγκαλιάζουν και να με φιλούν, πράγμα ασυνήθιστο για μένα, αλλά δεν νομίζω για εκείνες. Ήταν δύο φούριες, συνέχιζαν να με χαϊδεύουν και να με φιλούν συνεχώς χωρίς να μου δίνουν καν χρόνο να αναπνεύσω.

Συνειδητοποιώντας ότι μόνος μου θα έκανα πολύ λίγα, ξεκαθάρισα ότι θα επέστρεφα το επόμενο βράδυ με έναν φίλο, ώστε να δημιουργήσουμε το δεύτερο ζευγάρι. Το ίδιο βράδυ μίλησα με τον Φρέττα, ο οποίος δέχτηκε με χαρά να έρθει το επόμενο βράδυ. Ο Φρέττα μιλούσε ελληνικά καλύτερα από μένα, γεγονός που με βοήθησε. Οι γυναίκες ήταν ενθουσιασμένες με τη νέα κατάσταση, οπότε συναντιόμασταν κάθε βράδυ, εκτός απ’ όταν ο σύζυγος ήταν στο σπίτι.

 Ήταν μια υπέροχη εποχή: ο πόλεμος ήταν μακριά μας και τη διασκέδαση, από την άλλη πλευρά, την είχαμε κοντά μας.

Το μόνο σημάδι της σύρραξης ήταν ο τορπιλισμός από τους Βρετανούς ενός ιταλικού εμπορικού πλοίου νότια της Κυλλήνης στην Πελοπόννησο. Η εκδίκηση δεν άργησε να έρθει. Το βρετανικό υποβρύχιο βυθίστηκε λίγο αργότερα από τα δικά μας τορπιλοβόλα. Η σκηνή εκτυλίχθηκε μπροστά στα διαμερίσματά μας και, αν και τραγική, ήταν εντυπωσιακή.

Ο μισθός ήταν καλός, ποτέ δεν είχα τόσα πολλά χρήματα. Το νόμισμα ήταν η ιονική δραχμή, ένα νόμισμα ισότιμο με την ιταλική λίρα, που κυκλοφορούσε μόνο στα νησιά του Ιονίου. Αυτό το νόμισμα, που είχε εκδώσει ο φασισμός, ήταν η πρώτη πράξη αβρότητας της ιταλικής κυβέρνησης προς τα νησιά που θα γίνονταν ιταλικά στο τέλος του πολέμου, με κυβερνήτη ο οποίος, εκείνη την εποχή, είχε ήδη διορισθεί.

Οι γυναίκες τρελαινόταν για τους Ιταλούς στρατιώτες, ιδίως για τους Σικελούς. Οι σχέσεις με τον τοπικό πληθυσμό ήταν πραγματικά καλές και έτσι αναπτύχθηκαν φανταστικές σχέσεις οικογενειακού τύπου. Οι Έλληνες συνήθιζαν να μας λένε σε παραμορφωμένα ιταλικά: «Noi con voi, una fassa una rassa », που μεταφράζεται «εμείς μαζί σας μια φυλή, ένα πρόσωπο». Η συμπεριφορά μας ήταν πολύ ανεκτική, όταν μπορούσαμε, κλείναμε τα μάτια σε ορισμένους περιορισμούς που υπαγόρευε ο πόλεμος. Στη μαύρη αγορά μπορούσες να βρεις τα πάντα. Τους βοηθούσαμε και μας βοηθούσαν. Το φαγητό δεν τρωγότανε. Κάθε μέρα, οι πιο φαγάδες κατέβαζαν ένα χυλό αποξηραμένων λαχανικών, ενώ κρέας έδιναν μια φορά την εβδομάδα και ζυμαρικά μόνο όταν έφταναν από την Ιταλία.

Όταν κάποτε προμηθεύτηκα μια κάσα με κονσέρβες χοιρινού κρέατος, στο Λόχο Διοίκησης έγινε ένα μεγάλο πάρτι. Αυτό μου κόστισε την πρώτη μου τιμωρία, ένα μήνα στο νησάκι Στροφάδια, νότια της Ζακύνθου, να φρουρώ το φάρο. Η φρουρά αποτελείτο από είκοσι στρατιώτες, έναν δεκανέα, έναν λοχία ή επιλοχία, όλους σε τιμωρία. Στα Στροφάδια υπήρχε μια μικρή εκκλησία και μια καλύβα, που κατοικούνταν από τέσσερις μοναχούς (που οι Έλληνες ονομάζουν καλόγερους). Από κλίση ζούσαν ως αναχωρητές. Εμείς οι στρατιώτες, από την άλλη πλευρά, και υποχρεωτικά, ζούσαμε σε έναν προκατασκευασμένο παράπηγμα. Μια φορά την εβδομάδα έφτανε μια φορτηγίδα που έφερνε προμήθειες σε τρόφιμα και νερό. Η διαμονή σε αυτό το μικρό νησί ήταν μια απόλαυση, ένιωθα άνετα. Η θάλασσα ήταν πανέμορφη με άφθονα ψάρια, υπήρχαν παντού πολλά αγριοκούνελα. Ψαρεύαμε με χειροβομβίδες και είχαμε ψάρια για όλους. Μου έλειπε μόνο η Θ. και η μουσική. Είχαμε επίσης μια θαυμάσια σχέση με τους μοναχούς που, ζώντας με τους Ιταλούς, είχαν μάθει αρκετά καλά τη γλώσσα μας. Στα Στροφάδια άρχισα να μιλάω ελληνικά, και χάρη στους καλόγερους έκανα μεγάλη πρόοδο. Το κρασί δεν ήταν πρόβλημα, οι μοναχοί είχαν δικό τους αμπελώνα, οπότε ήταν πάντα ένα γλέντι για όλους.

Πίσω στη Ζάκυνθο, η καλή ζωή συνεχίστηκε. Ο Φρέττα κι εγώ συνεχίσαμε να κάνουμε παρέα με την Χ. και τη Θ. Το ήπιο κλίμα μας προσκαλούσε να μένουμε έξω. Τα Χριστούγεννα ήρθαν με ένα ξεχωριστό γεύμα: μακαρόνια με σάλτσα κρέατος, κρέας, κρασί και ακόμη και γλυκό. Η αλληλογραφία έφτασε με υδροπλάνο και μαζί της πολλές καρτ ποστάλ από άγνωστες «νονές του πολέμου», των οποίων τα όμορφα και στοργικά λόγια μας έκαναν να ονειρευόμαστε και απαλύνανε λίγο τη νεανική αγωνία μας.

Τον Ιανουάριο του 1943, ένα απόσπασμα νεοκαταταγέντων από την κλάση του 1923 έφτασε από την Ιταλία για να ενισχύσει το αποδεκατισμένο από την ελονοσία σύνταγμα, το 317ο πεζικού. Το 60% των στρατιωτών ήταν άρρωστοι από ελονοσία και άλλες ασθένειες. Οι ψείρες επίσης αφθονούσαν επειδή δεν υπήρχε νερό στο νησί και δεν μπορούσε κανείς να πλυθεί. Υπήρχε  επίσης  ψώρα.

Ο συνταγματάρχης Domeniconi αδιαφορούσε για όλα αυτά. Ήταν πολύ αυστηρός και απαιτούσε να πηγαίνεις πάντα εν τάξη. Αλίμονο αν μας έβρισκαν με το κολάρο του πουκαμίσου μας ξεκούμπωτο ή με τσαλακωμένο πηλήκιο: έπεφταν πολλές τιμωρίες. Θυμάμαι, ωστόσο, ότι συνήθιζε να εμφανίζεται στις ασκήσεις μαζί με μια χυμώδη ξανθιά κυρία. Αυτοί ήταν οι ανώτεροι αξιωματικοί μας.

Όταν έφτασαν οι νέοι νεοσύλλεκτοι, ο Φρέττα μου έδωσε εντολή να βρω περισσότερους μουσικούς, γιατί υπήρχαν και εδώ πάσχοντες από ελονοσία. Προς μεγάλη μου χαρά, βρήκα τέσσερεις. Βρήκα επίσης μερικούς συμπατριώτες μου, δυστυχώς όχι μουσικούς, και ένας ήταν από την Lercara Friddi ………..Ήταν μια μεγάλη γιορτή. Επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια, ξαναβρέθηκα με τους συγχωριανούς μου. Είπαμε ο ένας στον άλλον τα πάντα και θυμηθήκαμε επίσης τη ζωή που ζούσαμε στο χωριό».

Το απόσπασμα από το βιβλίο του Giuseppe Benincasa μεταφράστηκε και επιμελήθηκε γλωσσικά από  ζεύγος Γιάγκου και Βέρας Βουτσινά. Ο Γιάγκος Βουτσινάς είναι γιός του ζακυνθινού ηρωικού αεροπόρου του Β΄ παγκοσμίου πολέμου Μίμη Βουτσινά.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Εικόνα 1  Ο G. Benincasa  στρατιώτης στη Ζάκυνθο 1942

Εικόνα  2: Αριστερά ο G. Benincasa σε μεγάλη ηλικία, δεξιά «ελληνοποιημένος» ως Γεώργιος Γιαννόπουλος

Εικόνα 3: Στον κατάλογο το νούμερο 5 αναφέρεται στο ζεύγος Giugepe και Μαρία. Οι συνθήκες που γράφτηκε το σημείωμα δικαιολογούν τα λάθη στα ονόματα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

  1. Ντίνου Κονόμου    «Η ΕΠΤΑΝΗΣΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΚΗΝ ΚΑΤΟΧΗΝ», Αθήναι, 1962
  2. ΙΩΑΝΝΗ ΜΑΡΓΑΡΗ «Η ΕΠΟΠΟΙΙΤΑ Της ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ 1941-1944» Ελληνοεκδοτική, Αθήνα, 1997  
  3. Σπύρος Ιωνάς: «ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ», Αυτοέκδοση, Ρώμη, 2021
  4. G. Benincasa «Αναμνήσεις της Κεφαλονιάς: ημερολόγιο ενός επιζώντος της μεραρχίας Acqui», Παλέρμο, 2012
  5. ΘΕΜΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ «ΜΥΣΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ (1944),  ΙΚΑΡΟΣ, Αθήνα, 2013

(*) Η ιστορική έρευνα του Διονυσίου Π. Πομόνη δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην Εφημερίδα Ερμής – Χρονικό 2025


Ανακάλυψε περισσότερα από ΣΥΡΙΖA - Προοδευτική Συμμαχία - ΝΕ Ζακύνθου

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τις τελευταίες αναρτήσεις στο email σας.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ανακάλυψε περισσότερα από ΣΥΡΙΖA - Προοδευτική Συμμαχία - ΝΕ Ζακύνθου

Εγγράψου τώρα για να συνεχίσεις να διαβάζεις και να αποκτήσεις πρόσβαση στο πλήρες αρχείο.

Συνεχίστε την ανάγνωση